Στη Βουλιαγμένη κάποιοι κάτοικοι έφτασαν στα δικαστήρια για να σταματήσουν την ανάπλαση της πλατείας Νυμφών. Στη Βούλα οι αντιδράσεις για την ανάπλαση της πλατείας Ιμίων είναι πιο ήπιες, αν και δεν έλειψαν ούτε εκεί οι προτάσεις για νομικές ενέργειες. Είναι ένα ενδιαφέρον «σύνδρομο της πλατείας»: Βρίσκεται μια μερίδα πολιτών που καταγγέλλει τη δημοτική αρχή διότι θέλει να εκσυγχρονίσει κεντρικές υποδομές της πόλης.
Στην πραγματικότητα, η κριτική στη δημοτική διοίκηση Κωνσταντέλλου θα έπρεπε να εστιάζει στο ότι άφησε την πλατεία Ιμίων τόσα χρόνια στον αυτόματο, σε μια διευθέτηση του δημόσιου χώρου που έγινε πριν 30 χρόνια, για μια διαφορετική πόλη. Ότι προχώρησε καθυστερημένα στον αναγκαίο ριζικό αναπροσανατολισμό της φιλοσοφίας για τη χρήση του χώρου.
Μην ξεχνάμε ότι η Βούλα το 1996, επί Άγγελου Αποστολάτου, του Δημάρχου που βάφτισε τότε τα πεζοδρόμια της λεωφόρου Βασιλέως Παύλου «πλατεία Ιμίων», ήταν ένα απομονωμένο προάστιο των 18.000 μόνιμων κατοίκων (απογραφή 1991). Είχε μια περιορισμένη τοπική αγορά που εξυπηρετούσε κατά βάση τους περιοίκους.
Όμως στη Βούλα πλέον το 2026 κατοικούν μόνιμα σχεδόν τα διπλάσια άτομα (31.500 κατά την απογραφή του 2021). Η πλατεία της αποτελεί κέντρο του ενιαίου πια Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης και δέχεται επισκέπτες από όλες τις δημοτικές ενότητες σε μια λειτουργία κέντρου μιας διευρυμένης ενιαίας πόλης.
Εννοείται ότι ο δημόσιος αυτός χώρος προσαρμόστηκε στις νέες ανάγκες που κλήθηκε να καλύψει. Οι επιχειρήσεις εστίασης πλήθυναν, τα τραπεζοκαθίσματα κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της πλατείας. Ελλείψει κεντρικού σχεδιασμού, κάθε επιχειρηματίας πρόβαλλε στο δημόσιο χώρο τις δικές του προσδοκίες και αισθητικές απόψεις, ανταποκρινόμενος φυσικά στη ζήτηση της αγοράς που δημιουργήθηκε, αλλά πρωτίστως κυνηγώντας το ατομικό συμφέρον.
Η δημοτική αρχή περιορίστηκε στον έλεγχο της λειτουργίας της πλατείας: Την τήρηση του ωραρίου, τα όρια των τραπεζοκαθισμάτων, την επιβολή φίλτρων στις καμινάδες. Έφτασε όμως η ώρα να ζυγίσει συνολικά το συμφέρον της πόλης και να κάνει ένα νέο σχεδιασμό. Απαιτήθηκε ένας σχεδιασμός που δεν θα υπηρετεί μεμονωμένα τις υπάρχουσες επιχειρήσεις, που σήμερα λειτουργούν, αύριο κλείνουν και αντικαθίστανται από άλλες, αλλά θα είναι προσανατολισμένος στις επόμενες δεκαετίες χρήσης του χώρου από τους πολίτες.
Και ο χρόνος των έργων; Δεν καθυστέρησε η παράδοση της πλατείας; Η πλατεία είναι ήδη λειτουργική εδώ και πολλές εβδομάδες, ενώ τα έργα ξεκίνησαν στα μέσα του Ιανουαρίου. Δεν έχει βέβαια την τελική της εικόνα. Πρόκειται όμως για χρόνο ρεκόρ δεδομένων των τεχνικών δυσκολιών που συνάντησαν τα συνεργεία αλλά και λόγω των ευρύτερων συνθηκών έλλειψης εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού στα έργα του Λεκανοπεδίου. Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτήθηκε η συνεργασία και τρίτων φορέων για την επίλυση προβλημάτων που ανέκυπταν, ενώ και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες ακύρωσαν κάποιες ημέρες εργασιών. Ένα έργο που βάσει των προδιαγραφών του έχει συμβατικό χρόνο παράδοσης 24 μήνες, σύμφωνα με τους πίνακες του ΤΕΕ, δόθηκε σε χρήση σε κάτι περισσότερο από 5 μήνες. Είναι εκτός πραγματικότητας η κριτική της καθυστέρησης.
Δεν επλήγησαν όμως κάποιες επιχειρήσεις; Πράγματι, κάποια εμπορικά καταστήματα σημείωσαν κάθετη πτώση του τζίρου τους κατά τις εβδομάδες που η πρόσβαση στην πλατεία ήταν δυσχερής. Τι θα μπορούσε να γίνει όμως; Θα μπορούσε ένας στρατηγικός δημοτικός σχεδιασμός για το πιο κεντρικό σημείο της πόλης να ματαιωθεί για τον λόγο αυτό;
Η δημοτική αρχή άλλωστε έδειξε μεγάλη ευαισθησία στα αιτήματα των επιχειρηματιών της πλατείας. Επιδίωξε επανειλημμένα τη διαβούλευση και τη συνεννόηση, υιοθετώντας σχεδόν πλήρως τα αιτήματα της μικρής αυτής κοινότητας ανθρώπων. Το έργο ανάπλασης θα είχε ολοκληρωθεί προ πολλού αν δεν εισακούγονταν οι «φωνές» των επιχειρηματιών που ζήτησαν επανειλημμένα αναβολή της έναρξης των εργασιών για να προλάβουν τη μια εποχική κίνηση μετά την άλλη.
Στην πιο πρόσφατη διαδικασία συνεννόησης, μέσα στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος δέχτηκε και προώθησε στον εργολάβο ακόμα και ένα αίτημα καθαρά τεχνικό, ως προς τη φορά κατεύθυνσης των συνεργείων. Το μόνο που δεν δέχτηκε ήταν το μηδενιστικό αίτημα «μην κάνετε τίποτα».
Φυσικά, η εικόνα σήμερα αδικεί το έργο. Δίνει ίσως τροφή στους μηδενιστές σας-τα-λεγα-κηδες του διαδικτύου που αισθάνονται προσωρινά δικαιωμένοι κρίνοντας από το ανοιχτό εργοτάξιο. Ωστόσο, η εμπειρία της πλατείας Νυμφών στη Βουλιαγμένη δείχνει ότι απαιτείται κάποιος χρόνος για ένα τέτοιο έργο ώστε να ωριμάσει. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τη νέα πλατεία Ιμίων μελέτησε και σχεδίασε η ίδια ομάδα που υλοποίησε και την πλατεία της Βουλιαγμένης.
]]>Μια σειρά διατάξεων, όπως η πρόβλεψη για ηλεκτρονική συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές και η θέσπιση ενός δημοτικού συμβουλίου νέων συγκαταλέγονται στις καινοτομίες που φιλοδοξούν να αλλάξουν τον τρόπο συμμετοχής της κοινωνίας στα της αυτοδιοίκησης. Από την άλλη, η κατάργηση του δεύτερου γύρου εκλογών για την ανάδειξη Δημάρχου, ενδέχεται να συμβάλει στον περιορισμό της πολιτικής νομιμοποίησης των δημοτικών αρχών. Παρακάτω, συγκεντρώνονται οι βασικότερες αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος, με σημείο αναφοράς τον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης.
Ο νέος νόμος δεν τροποποιεί τα βασικά χαρακτηριστικά του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης. Τα όρια δεν αλλάζουν, οι τρεις Δημοτικές Κοινότητες εξακολουθούν να υφίστανται ως διοικητικές μονάδες με αρμοδιότητες και εκλέγουν συμβούλιο και πρόεδρο. Τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου παραμένουν 35 και η θητεία των δημοτικών διοικήσεων θα εξακολουθήσει να είναι 5ετής.
Μια διαφορά του νομοθετήματος συνιστά η πρόβλεψη οι δημοτικές και περιφερειακές εκλογές να διεξάγονται στο εξής την τελευταία Κυριακή του Νοεμβρίου (αντί του Οκτωβρίου), συντομεύοντας έτσι τη μεταβατική περίοδο μεταξύ παλιάς και νέας διοίκησης η οποία αναλαμβάνει την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους των εκλογών (άρθρο 35). Στο εξής όμως, η συμμετοχή στις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές θα μπορεί να γίνει και με ηλεκτρονικό τρόπο, γεγονός που θα διευκολύνει ψηφοφόρους με δυσκολίες μετακίνησης ή δημότες που διαμένουν μόνιμα εκτός Δήμου την ημέρα της ψηφοφορίας (άρθρο 38). Προϋπόθεση για να διεξαχθεί ηλεκτρονική ψηφοφορία σε έναν Δήμο είναι οι εγγεγραμμένοι στον ειδικό εκλογικό κατάλογο ηλεκτρονικής ψήφου να φτάνουν τον αριθμό των 30 (άρθρο 40).
Μια επίσης σημαντική αλλαγή για την εκλογική διαδικασία στον Δήμο των 3Β είναι η κατάργηση των εκλογικών περιφερειών. Από το 2011 μέχρι και σήμερα η κάθε δημοτική ενότητα αντιπροσωπευόταν με συγκεκριμένο αριθμό εδρών στο Δημοτικό Συμβούλιο και οι υποψήφιοι σύμβουλοι όφειλαν να επιλέξουν σε ποια εκλογική περιφέρεια θα ήταν υποψήφιοι (Βάρη, Βούλα ή Βουλιαγμένη). Ο Δήμος από τις επόμενες κάλπες θα θεωρείται ενιαίος εκλογικά και τα ψηφοδέλτια θα είναι πανομοιότυπα (άρθρο 44) στο σκέλος των υποψηφίων δημοτικών συμβούλων.
Επίσης, θα περιοριστούν σε αριθμό οι ομάδες των δημοτικών παρατάξεων, τερματίζοντας τα ψηφοδέλτια «σεντόνια» που κυριάρχησαν το 2023. Στις εκλογές του 2028 ο ελάχιστος αριθμός υποψηφίων δημοτικών συμβούλων μίας παράταξης στα 3Β θα είναι 35 και ο ανώτερος 79 (+125%). Στον αριθμό αυτό, ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής επιπλέον 4 υποψηφίων (+10% των εδρών του ΔΣ) αν αυτοί είναι κάτω των 30 ετών (άρθρο 47).
Το πιο ριζοσπαστικό εκλογικό μέτρο του νέου νομοθετήματος είναι η κατάργηση του δεύτερου γύρου των εκλογών στην αυτοδιοίκηση. Για την ανάδειξη ενός Δημάρχου απαιτείται ο συνδυασμός του να συγκεντρώσει την πρώτη Κυριακή ποσοστό 42% συν μία ψήφο (άρθρο 56) ώστε να καταλάβει τα 3/5 των εδρών. Αν κανένας συνδυασμός δεν φτάσει το ποσοστό αυτό, τότε το Πρωτοδικείο προχωρά στο λεγόμενο «δεύτερο στάδιο προσμέτρησης» (άρθρο 57) στο οποίο: Στις ψήφους των δύο επικρατέστερων συνδυασμών αθροίζονται οι εναλλακτικές ψήφοι. Επιτυχών συνδυασμός ανακηρύσσεται αυτός που έλαβε την πλειοψηφία.
Τι είναι όμως η «εναλλακτική ψήφος»; Σε κάθε ψηφοδέλτιο κάτω από τους υποψηφίους ενός συνδυασμού παρατίθενται τα ονόματα και των λοιπών συνδυασμών και με παρένθεση το όνομα του υποψηφίου δημάρχου (άρθρο 52). Οι εκλογείς λοιπόν μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να σημειώσουν σταυρό και σε έναν ακόμη συνδυασμό εκτός από αυτόν που πρωτίστως επιλέγουν να θέσουν στην κάλπη.
Συνολικά, επομένως, σε καθένα από τα ψηφοδέλτια του Δήμου Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, οι εκλογείς μπορούν να θέσουν από 0 ως 4 σταυρούς προτίμησης σε υποψηφίους δημοτικούς συμβούλους, από 0 ως 2 σταυρούς στους υποψηφίους συμβούλους δημοτικής κοινότητας και 1 σταυρό σε μια ακόμη δημοτική παράταξη. Η τελευταία ψήφος θα προσμετρηθεί μόνο αν προέρχεται από ψηφοδέλτιο συνδυασμού που δεν μετέχει στο δεύτερο στάδιο.
Επιπλέον, ο νέος νόμος παγιώνει την πρόβλεψη που εφαρμόστηκε πρώτη φορά κατά τις προηγούμενες δημοτικές και περιφερειακές εκλογές, ότι ένας συνδυασμός οφείλει να συγκεντρώσει τουλάχιστον το 3% του εκλογικού σώματος προκειμένου να συμμετέχει στην κατανομή των εδρών.
Μια αρκετά ενδιαφέρουσα καινοτομία του νέου κώδικα είναι η πρόβλεψη να εκλέγονται στο Δημοτικό Συμβούλιο πρόσωπα κύρους και εμπιστοσύνης, χωρίς να χρειάζονται να διεκδικήσουν σταυρό προτίμησης (άρθρο 47). Για τον Δήμο των 3Β προβλέπονται ως 3 υποψήφιοι άνευ σταυρού για κάθε συνδυασμό. Οι σύμβουλοι αυτοί καταλαμβάνουν πρώτοι τις έδρες στην κατανομή και προέρχονται αποκλειστικά από τον συνδυασμό που αναδεικνύεται νικητής των εκλογών.
Μια ακόμη καινοτομία που προσομοιάζει με το εθνικό κοινοβούλιο είναι η δυνατότητα που δίνει πλέον ο κώδικας σε ανεξαρτητοποιηθέντες ή διαγραφέντες συμβούλους να συγκροτήσουν νέα παράταξη μειοψηφίας (άρθρο 116) εφόσον αντιπροσωπεύουν το 1/4 του σώματος – στην περίπτωση των 3Β, απαιτούνται 9 σύμβουλοι. Υπογραμμίζεται πάντως στον κώδικα ότι η παράταξη αυτή δεν μπορεί να καταστεί θεσμικά παράταξη της πλειοψηφίας, ακόμη και αν διαθέτει περισσότερα μέλη από αυτήν του Δημάρχου.
Ένας θεσμός στοίχημα για την αναζωογόνηση του δυναμικού που εμπλέκεται στην αυτοδιοίκηση είναι τα συμβούλια νέων που θα συγκροτηθούν σε όλους τους δήμους με πληθυσμό άνω των 2.000 κατοίκων (άρθρο 156). Στον Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης το συμβούλιο νέων θα αποτελείται από 7 μέλη και η σύνθεσή του θα εκλέγεται με καθολική ηλεκτρονική ψηφοφορία δύο φορές σε μια αυτοδιοικητική θητεία. Δικαίωμα να θέσουν υποψηφιότητα αλλά και να ψηφίσουν για το συμβούλιο νέων έχουν όσοι το έτος διεξαγωγής των εκλογών δεν έχουν συμπληρώσει το 29ο έτος της ηλικίας τους. Η εκλογή γίνεται με λίστα και δεν προβλέπεται η συγκρότηση συνδυασμών (άρθρο 158). Ο πρόεδρος του συμβουλίου νέων εκλέγεται μεταξύ των μελών του με φανερή ψηφοφορία και μετέχει με δικαίωμα λόγου στο Δημοτικό Συμβούλιο (άρθρο 160).
Ο νέος κώδικας τακτοποιεί οριστικά και έναν ακόμη θεσμό που περιβαλλόταν με ασάφεια στις προηγούμενες θεσμικές μεταρρυθμίσεις της αυτοδιοίκησης. Τα τοπικά δημοψηφίσματα ορίζεται ότι θα έχουν αποκλειστικά συμβουλευτικό χαρακτήρα και το αποτέλεσμά τους θα αποτελεί «απλή γνώμη προς το οικείο συμβούλιο» (άρθρο 173). Με μια σειρά επιπλέον προβλέψεων, οριοθετείται η εμβέλεια των θεμάτων που μπορεί να περιλαμβάνει και ορίζεται ότι η διενέργεια του δημοψηφίσματος και το ερώτημα που θα διατυπώνεται θα υποβάλλεται υποχρεωτικά κεντρικά στο κράτος για έλεγχο της νομιμότητάς του. Η διεξαγωγή του δημοτικού δημοψηφίσματος θα γίνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο (άρθρο 178).
Στους θεσμούς που η νέα κωδικοποιημένη νομοθεσία παγιώνει συγκαταλέγεται και ο Συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης (άρθρο 152). Το νομοθέτημα περιγράφει ένα «πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας», το οποίο εκλέγεται από το Δημοτικό Συμβούλιο τους πρώτους δύο μήνες κάθε θητείας. Για την ανάδειξη του Συμπαραστάτη απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία 2/3 του σώματος, όμως προβλέπεται ότι αν οι ψηφοφορίες αποβούν άκαρπες, τότε ο Επόπτης νομιμότητας, επιλέγει έναν από τους υποψηφίους.
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τον νέο κώδικα η ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων των δημοτικών συμβουλίων στο διαδίκτυο καθίσταται υποχρεωτική (άρθρο 122). Ένα πεδίο στο οποίο πρωτοπόρησε ο Δήμος Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης, καθώς ήταν από τους πρώτους που ήδη το 2015 υιοθέτησε αυτό το μέτρο διαφάνειας των διαδικασιών, επιτρέποντας για πρώτη φορά σε εκατοντάδες δημότες κάθε φορά να παρακολουθούν τις συζητήσεις και αποφάσεις της πόλης, πλέον συνιστά υποχρέωση όλων των ΟΤΑ, ανεξαρτήτως μεγέθους.
]]>Ένα αδιόρατο νήμα που συνδέει λογοτεχνικά την Ελλάδα με τη Λατινική Αμερική αναζήτησε και ανέδειξε η ισπανόφωνη μεταφράστρια και λογοτέχνις από τη Βουλιαγμένη, Αγαθή Δημητρούκα. Με τον τόμο υπό τον τίτλο Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας, που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις Πατάκη, συστήνει στο ελληνικό κοινό λογοτέχνες από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, μεταφράζοντας ποιήματα με ελληνικό θέμα.
Ο ίδιος ο τίτλος προέρχεται από ένα πολύ σημαντικό ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου, που ανέδειξε τις επαναστατικές ταυτίσεις μεταξύ των απελευθερωτικών κινημάτων της Λατινικής Αμερικής και του ελληνικού πνεύματος. Η Αγαθή Δημητρούκα αντέστρεψε τη φορά του βλέμματος και έψαξε στις μακρινές και λίγο πολύ άγνωστες χώρες της κεντρικής και νότιας Αμερικής ελληνικές επιρροές.
Στις πάνω από 500 σελίδες του βιβλίου ανθολογούνται 89 ποιητές και ποιήτριες που έγραψαν στίχους παίρνοντας θέματα, χαρακτήρες, εικόνες, έμπνευση και λέξεις από την Ελλάδα στο διαχρονικό της αποτύπωμα. Έχει ενδιαφέρον ότι στην αναζήτησή της για λατινοαμερικανούς λογοτέχνες που έγραψαν «κάτι ελληνικό», η επιμελήτρια δημιούργησε ένα δικό της ρεύμα ποιητικής παραγωγής, καθώς αρκετοί από τους συγγραφείς με τους οποίους ήρθε σε επαφή προσφέρθηκαν να γράψουν για τον συγκεκριμένο τόμο νέα ποιήματα. Αξιοσημείωτη επίσης επιλογή της μεταφράστριας ήταν να απευθυνθεί σε ζώντες συγγραφείς τη στιγμή της ανθολόγησης, με τους οποίους ήρθε και προσωπικά σε επικοινωνία.
Αυτό το πλαίσιο εργασίας δίνει κάτι πολύ προσωπικό και πρωτότυπο στο βιβλίο, όμως ίσως περιορίζει τον ορίζοντα της όλης εργασίας σε έναν ή περισσότερους κύκλους γνωστών. Ταυτόχρονα, καθιστά δύσκολο να εκτιμήσει κανείς πόση επιρροή (και αν) είχαν τα ποιήματα αυτά στις χώρες των δημιουργών τους.
Αναμενόμενο είναι το λογοτεχνικό στυλ να διαφέρει από σελίδα σε σελίδα σε ένα τέτοιο μωσαϊκό από λυρικές φωνές. Ο αναγνώστης θα συναντήσει από πεζά ποιήματα (όπως του Σέρχιο Μανσίγια Τόρρες από τη Χιλή) ως μιμήσεις του σαπφικού ύφους (Άουρεα Μαρία Σοτομαγιόρ από το Πουέρτο Ρίκο). Η πολυμορφία αυτή έχει από μόνη της ενδιαφέρον για να γνωρίσει κανείς πτυχές του λατινοαμερικανικού ποιητικού ιδιώματος, αν μπορεί να εννοηθεί αυτό ως ενιαίο.
Όμως η μεγαλύτερη ίσως συμβολή του βιβλίου είναι ότι αποτελεί έναν μακρινό καθρέφτη για τον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η Ελλάδα στο εξωτερικό και στη συγκεκριμένη περιοχή της υφηλίου. Μια μετα-λογοτεχνική ρητορική ανάλυση των ποιημάτων αποκαλύπτει την εικόνα της χώρας μας στη Λατινική Αμερική και το συμπέρασμα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία τα ελληνικά θέματα των συγγραφέων προέρχονται από την αρχαία Ελλάδα, τους μύθους και τα έργα της κλασικής γραμματείας.
Δεσπόζουσα θέση έχει ο Όμηρος και ο τρωικός κύκλος θεμάτων και χαρακτήρων και ακολουθούν πρόσωπα της αρχαιοελληνικής ιστορίας ως πηγή έμπνευσης. Μια πρόχειρη ποσοτική εκτίμηση φέρνει στη δεύτερη θέση των επιλεγμένων ελληνικών θεμάτων, σημαντικούς Έλληνες λογοτέχνες του 20ού αιώνα και κυρίως τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Γιώργο Σεφέρη, ως ένα αξιόλογο τεκμήριο διακειμενικότητας.
Αναπάντεχη έκπληξη στο πλαίσιο αυτό είναι η παρουσία μιας ελλάσσονος ποιήτριας, της Μάτσης Χατζηλαζάρου, με παράθεμα από έργο της (στον Φλοριάνο Μαρτίνς από τη Βραζιλία) ως αφορμή για μια ποιητική δημιουργία. Και σίγουρα φέρνει περίσκεψη η αναφορά της Ειδομένης, του χωριού που το 2015 έγινε σύμβολο σκληρότητας για τους μετανάστες, σε ένα ποίημα για τους «κολασμένους της θάλασσας» (Μαξ Ζαν από τη Γουαδελούπη). Αυτές όμως είναι κάποιες αξιόλογες εξαιρέσεις.
Η εικόνα της Ελλάδας στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχει τα χρώματα της θάλασσας και του Αιγαίου, ενώ δείχνει να καταδυναστεύεται ακόμα από τη ρομαντικοποιημένη εκδοχή της αρχαιότητας, δύο αιώνες μετά την πρώτη της ανακάλυψη στο πλαίσιο του φιλελληνικού κύματος. Είναι σίγουρα όμορφο να εμπνέει η Ελλάδα όχι απλώς σεβασμό, αλλά και ποιητικές εικόνες σε έναν μακρινό προορισμό, για τον οποίο πιθανότατα εδώ δεν ανακαλείται αυτόματα καμία εικόνα (π.χ. για την Παραγουάη ή τη Μαρτινίκα). Από την άλλη όμως η απουσία σύγχρονων αναπαραστάσεων δεν μπορεί παρά να προβληματίζει.
]]>Η υπόθεση λαγοκέφαλοι στις ακτές είναι ξεκάθαρα μια υπερδιογκωμένη μιντιακή φούσκα που ξεκίνησε από τη δικαιολογημένη ανησυχία μιας μικρής κατηγορίας επαγγελματιών, των ψαράδων. Σε αλιευτικά σκάφη τραβήχτηκαν τα μοναδικά βίντεο με τα ψάρια εκτός νερού να δαγκώνουν κουτάκια αναψυκτικών που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σπέρνοντας τον πανικό. Ψαράδες είναι οι μόνοι που έχουν έρθει σε επαφή μέχρι σήμερα με το είδος αυτό και φρόντισαν να τροφοδοτήσουν την επικαιρότητα με τρομοκρατικές εικόνες.
Ο λόγος είναι προφανής. Τα ψάρια αυτά δεν μπορούν να πουληθούν επειδή είναι τοξικά και απαγορεύεται να καταναλωθούν, καταστρέφουν με τα δόντια τους τον εξοπλισμό των αλιέων και επιπλέον μειώνουν τον πληθυσμό των υπόλοιπων ψαριών. Προβάλλοντας το πόσο επικίνδυνο είναι το συγκεκριμένο ψάρι, οι ψαράδες θέλουν κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη χρησιμοποιώντας τον φόβο και την απειλή, ώστε η κυβέρνηση να λάβει μέτρα. Ζητούν, σύμφωνα με τους εκπροσώπους τους, να αγοράσει το κράτος τους λαγοκέφαλους που ψαρεύουν αλλά δεν μπορούν να διαθέσουν στην αγορά.
Το τρομοκρατικό μήνυμα μεταφέρουν με προθυμία μικρά και μεγάλα μέσα ενημέρωσης, γνωρίζοντας ότι ο φόβος εκτοξεύει το ενδιαφέρον του κοινού. Σχεδόν όλα τα μέσα σε αυτό το εμπόριο φόβου έβγαλαν το γεγονός από την πραγματική του πλαισίωση και θόλωσαν βασικές λεπτομέρειες της υπόθεσης, καθιστώντας το ψάρι απειλή για όλους. Δεν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια εκλογίκευσης για να σκεφτεί κανείς ότι οι ψαράδες είναι που κυνηγάνε τα ψάρια και ποτέ το αντίστροφο. Ούτε χρειάζονται ιδιαίτερες διευκρινίσεις ότι η αλιεία διεξάγεται πολύ μακριά από τις ακτές κολύμβησης. Η απλή αλήθεια είναι ότι τα ψάρια αυτά κινούνται σε βαθιά νερά και βέβαια αποφεύγουν τους ανθρώπους.
Ο χρόνος και η έκταση κάλυψης του θέματος από τα μέσα επουδενί δεν αντιστοιχεί στη σοβαρότητά του. Όμως αυτή η εκτεταμένη φοβική συζήτηση τοποθέτησε τον λαγοκέφαλο σε ένα συλλογικό φαντασιακό όπου το τέρας τελικά όχι μόνο πλησιάζει τον άνθρωπο, αλλά φανερώνεται και παντού και ο ένας μεταφέρει στον άλλο κάποιες υποτιθέμενες μαρτυρίες που άκουσε κάπου.
Η κατηγορηματική διάψευση που εξέδωσε ο Δήμος Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης για υποτιθέμενο περιστατικό δαγκώματος λουόμενης στη Βάρκιζα υπογραμμίζει τη δύναμη της φήμης να εξαπλώνεται και να δημιουργεί μια αυτοτροφοδοτούμενη χιονοστιβάδα δημοσιότητας, σε ένα ανοδικό σπιράλ πλαστού φόβου και ανεδαφικού πανικού. Στο παιχνίδι της δημοσιότητας μπήκε πολύ άστοχα και ο Ερυθρός Σταυρός, ανεβάζοντας σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης οδηγίες για πρώτες βοήθειες σε περίπτωση δαγκώματος, ένα βίντεο που κέρδισε εκατοντάδες χιλιάδες προβολές αλλά δεν ζήτησε κυριολεκτικά κανείς.
Στη βάση όλων αυτών βρίσκεται μάλλον η στρεβλή μας σχέση με τη φύση. Αντιλαμβανόμαστε τη θάλασσα περισσότερο ως μια υπερμεγέθη πισίνα προορισμένη για την απόλαυσή μας και λιγότερο ως μέρος του οικοσυστήματος, όπου συνυπάρχουμε με την άγρια ζωή. Σε αυτή τη σχέση ο άνθρωπος είναι ο πανίσχυρος επιτιθέμενος και όχι το αμυνόμενο μέρος. Οι λαγοκέφαλοι είναι το τελευταίο μόνο επεισόδιο της σειράς θρίλερ που παίζεται στις οθόνες των κινητών τηλεφώνων κάθε καλοκαίρι: Έχουν προηγηθεί οι καρχαρίες και οι μέδουσες, που υποτίθεται ότι απειλούν τις θάλασσές μας και το ανθρώπινο είδος συνολικά.
Στην περίπτωση των λαγοκέφαλων έχει ενεργοποιηθεί μάλιστα και μια ρητορική ετεροποίησης, δανεισμένη από την κεντρική πολιτική. Το ψάρι αυτό δεν ανήκει εδώ, προέρχεται από άλλα θαλάσσια περιβάλλοντα και λειτουργεί περίπου ως «λαθρομετανάστης» τον οποίο πρέπει να εξοντώσουμε αφού δεν μπορούμε να αποτρέψουμε την έλευσή του. Σε δημοσιογραφικά κείμενα και αναρτήσεις ο λαγοκέφαλος ονομάζεται «τοξικός εισβολέας» και κάποιοι αλιείς διοργάνωσαν έναν δημόσιο ανοιχτό διαγωνισμό, επικηρύσσοντας το συγκεκριμένο είδος και καλώντας τους ψαράδες όλης της χώρας σε μαζική εξόντωση.
Σε όλα αυτά, εκκωφαντικά απόν ήταν το κράτος και το αρμόδιο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μέχρι τις 25 Ιουνίου, όταν ανακοινώθηκαν οικονομικά μέτρα ενίσχυσης των αλιέων. Ως «υπαρκτή απειλή για τις θάλασσές μας» περιέγραψε ο υπουργός Μαργαρίτης Σχοινάς τους λαγοκεφάλους στη σύντομη αυτή τοποθέτηση, σε μια αναφορά που περιορίστηκε στο ποσό της επιδότησης των ανεπιθύμητων ψαριών.
Ο φόβος του λαγοκέφαλου αυξάνει τα κλικ στις ιστοσελίδες και τις προβολές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και συνακόλουθα τα διαφημιστικά έσοδα των μέσων. Επιπλέον ενισχύει τα επιχειρήματα των ψαράδων που ζητούν επιδοτήσεις από το κράτος. Είναι ένας φόβος αβάσιμος όμως, που αποξενώνει περαιτέρω τους ανθρώπους από τη φύση και απειλεί να καταστρέψει τη μοναδική χαρά που νιώθει κανείς στην επαφή του με τη θάλασσα.
]]>Μιλήσαμε με τον Μάνο Λαμπράκη στο περιθώριο του φεστιβάλ που διοργάνωσαν οι γονείς του 4ου Δημοτικού Βούλας στο τέλος της χρονιάς. Κατόπιν προτροπής του διευθυντή, Αντώνη Σκέλλα, ο νεαρός καραγκιοζοπαίκτης που δεν κρύβει το πάθος του για τις φιγούρες και την παράδοση, σκάρωσε μια παράσταση που κέρδισε ένα πολύ θερμό χειροκρότημα στην αίθουσα εκδηλώσεων του σχολείου.
«Ξεκίνησα από μικρός, από 4 ετών, να πηγαίνω σε παραστάσεις του Καραγκιόζη. Πρώτη φορά είδα τον Αθανασίου στη Γλυφάδα. Από τότε μου άρεσε. Έβλεπα παντού παραστάσεις», περιγράφει την πρώτη του επαφή με το θέατρο σκιών. Στον ενθουσιασμό του ανταποκρίθηκε η οικογένεια. «Για δώρο η νονά μου, μου πήρε δώρο έναν μπερντέ με φιγούρες. Άρχισα να εμπνέομαι και να παίζω. Και όσο περνούσε ο καιρός βελτιωνόμουν», περιγράφει για το πώς έγινε η αρχή.

Η συζήτηση με τον Μάνο Λαμπράκη είναι αποκαλυπτική. Μολονότι είναι η πρώτη συνέντευξη που παραχωρεί, έχει μεγάλη άνεση στο λόγο και δείχνει ότι όχι μόνο έχει εντρυφήσει στα έργα της παράδοσης του θεάτρου σκιών αλλά και ότι έχει φιλοσοφήσει τον ρόλο του ως καλλιτέχνη:
«Αν αγαπάς τον Καραγκιόζη, μπορείς να συνεχίσεις την παράδοση και να μην έχεις άγχος για τις παραστάσεις. Πρέπει να παίζεις με την αγάπη σου, με τη χαρά και την ελευθερία σου», λέει στο δημοσιογραφικό μαγνητόφωνο με χαρακτηριστική άνεση. Η πρώτη του παράσταση ήταν στο νηπιαγωγείο και έχει παίξει άλλη μία φορά στο σχολείο του. «Έκανα την παράσταση αυτοσχεδιάζοντας. Έκανα βέβαια πρόβες και όσο ταίριαζαν τα λόγια, τόσο βελτιωνόμουν. Ήθελα η ιστορία να έχει αρχή, μέση και τέλος», θυμάται.
Πλέον έχει παρακολουθήσει πολλές παραστάσεις και έχει την αυτοπεποίθηση ότι έχει απομνημονεύσει σχεδόν όλες τις υποθέσεις. Επισημαίνει τη διάκριση των ιστοριών που παραδίδονται από το παρελθόν, όπως «Ο Μέγας Αλέξανδρος και το καταραμένο φίδι» και αυτών που δημιουργούνται με αναφορές στην επικαιρότητα, όπως «ο Καραγκιόζης στο Survivor». Πλέον θεωρεί ότι ο Αθανασίου δεν παίζει ικανοποιητικά. «Τώρα πια βλέπω τον Καρελλά, τον Ζαχαρή, τον Σπυρόπουλο. Βλέπω συνέχεια. Και αυτό που αγαπάω είναι να βλέπω από κοντά την παράσταση, δεν είναι ίδια η χαρά να τις βλέπεις σε βίντεο».
Αγαπημένος του χαρακτήρας δηλώνει αμέσως πως είναι ο ίδιος ο Καραγκιόζης και από τους δευτερεύοντες χαρακτήρες έχει ξεχωρίσει τον Μανώλη τον Κρητικό, το φίδι και τη Βεζυροπούλα. «Σπίτι προετοιμάζομαι», εξηγεί. «Οι γονείς μου με υποστηρίζουν πολύ, έχω το χώρο, μου παίρνουν όλα τα υλικά που χρειάζομαι. Επόμενο βήμα για μένα είναι να φτιάξω φιγούρες από χαρτόνι. Ένα από τα καλύτερα υλικά για φιγούρες είναι το δέρμα, που όμως είναι από τα πιο δύσκολα. Θα το προσπαθήσω όταν μεγαλώσω και θα κάνω διεθνή καριέρα σαν καραγκιοζοπαίκτης. Αυτό είναι ένα από τα όνειρά μου».
Πώς θα φτάσει εκεί όμως; «Για να γίνεις πραγματικός καραγκιοζοπαίκτης, πρέπει να περάσεις και το Λύκειο. Επίσης, πρέπει να υπάρξεις βοηθός σε παραστάσεις, δίπλα σε έναν καραγκιοζοπαίκτη. Εκεί θα σου πει αυτός, αν είσαι καλός στις φωνές κ.λπ.». Ο ίδιος είχε μια πρώτη ενθάρρυνση: «Έχω μιλήσει με τον Καρελλά. Μου είπε ότι η τέχνη του Καραγκιόζη βρίσκεται στην Ελλάδα πάνω από 200 χρόνια. Με ενθάρρυνε πολύ. Και οι γονείς μου με ενθαρρύνουν, μου λένε ότι θα τα καταφέρω».
Ο Μάνος Λαμπράκης αγαπά το σχολείο του, «δεν θέλω να το αποχωριστώ» λέει, «είναι όλες μου οι αναμνήσεις». Αγαπημένα του μαθήματα είναι η ιστορία και τα μαθηματικά και ήδη σκέφτεται τα χρόνια που θα ακολουθήσουν στο Γυμνάσιο της Βουλιαγμένης όπου επιθυμεί να φοιτήσει. Κάνει ξιφασκία εκτός από ξένες γλώσσες και μελετά την αγαπημένη του τέχνη. «Οι γονείς μου δεν θα με καταπιέσουν ποτέ για το τι θα γίνω. Νευριάζουν με άλλους γονείς που λένε στα παιδιά τους τι να γίνουν».
Στην πρόσφατη παράσταση επέλεξε το έργο Ο Θησέας και ο Μινώταυρος. Και εξηγεί πώς εργάζεται: «Έχω πάντα στο μυαλό μου το κείμενο. Αρχικά το γράφω και μετά όσο το κάνω πρόβα το απομνημονεύω. Ποτέ δεν κομπιάζω, έχω άνεση. Δεν έχω άγχος. Είναι δύο βασικά πράγματα για να γίνεις καραγκιοζοπαίκτης: Πρώτον, δεν πρέπει να έχεις άγχος, μπορεί να σου καταστρέψει όλη την παράσταση. Δεύτερον, πρέπει να έχεις μάθει τα λόγια απ’ έξω, δεν πρέπει να έχεις χαρτί. Γιατί δεν μπορείς να κοιτάς, θα διακόπτεις την παράσταση».
Ρωτάμε αν θα παρουσιαστεί στους συμμαθητές του, μετά το τέλος της παράστασης. «Ναι, το θέλω το χειροκρότημα», λέει με αυτοπεποίθηση. Πιστεύει λοιπόν πως βρήκε το επάγγελμά του; «Δεν με νοιάζει να βγάλω λεφτά ως καραγκιοζοπαίκτης. Με νοιάζει τα παιδιά που αγαπούν αυτή την τέχνη να γελάνε», απαντά και πάλι αφοπλιστικά.
]]>Το πρώτο μυθιστόρημα μιας πολλά υποσχόμενης τριλογίας, Νέρων, που κυκλοφορεί ήδη από τις εκδόσεις Ψυχογιός, αφιερώνεται κατά βάση στη μητέρα του μετέπειτα αυτοκράτορα, Αγριππίνα η οποία, έχοντας η ίδια βασιλικό «αίμα», επιβίωσε από τις δολοφονίες δύο αυτοκρατόρων για να παντρευτεί τον τρίτο, όταν ο γιος της ακόμα διένυε την παιδική του ηλικία. Το ιστορικό υλικό ανθίζει στα ικανά χέρια του συγγραφέα, που διεισδύει τολμηρά στην ψυχολογία των ηρώων, αποκαλύπτοντας τους ακραίους χαρακτήρες που κράτησαν στα χέρια τους τη μοίρα όλου του τότε γνωστού κόσμου.
Ο διαβόητος Γάιος Ιούλιος Καίσαρας, που έμεινε γνωστός ως Καλιγούλας, είναι ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος, όπως και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Κλαύδιος. Το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με μια εξαιρετική περιγραφή της εισβολής των Ρωμαίων στη Βρετανία το 43 μ.Χ. που μεταφέρει τους αναγνώστες στα άδυτα των ρωμαϊκών λεγεώνων, την ικανότερη πολεμική μηχανή που γνώρισε ποτέ η ιστορία.
Ο Ίγκαλντεν θεωρείται από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων του αγγλόφωνου κόσμου και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί κερδίζει εκατομμύρια αναγνώστες. Η αυτοπεποίθηση με την οποία φέρνει στη ζωή χαρακτήρες που μπορεί στα έργα των ιστορικών να καταλαμβάνουν λίγες μόνο αράδες, αξιοποιώντας στοιχεία της ιδεολογίας αλλά και της καθημερινότητας των αρχαίων Ρωμαίων, αφήνει εξαιρετικές σελίδες.
Το ψυχογράφημα του πατέρα του Νέρωνα, ενός πλούσιου Ρωμαίου γαιοκτήμονα, βίαιου και μέθυσου, γεμάτου ταξική υπεροψία και τοξική αρρενωπότητα (όπως θα λέγαμε σήμερα) που ξεδιπλώνεται στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου φανερώνει ότι ο συγγραφέας δεν έχει σκοπό να εξιδανικεύσει το παρελθόν, αλλά αντίθετα επιθυμεί να φωτίσει πλευρές της οικιακής πραγματικότητας της Ρώμης που μάλλον μένουν στα περιθώρια των ιστορικών μαρτυριών.
Η αφήγηση ρέει γρήγορα από κεφάλαιο σε κεφάλαιο και βέβαια η υπόσχεση για τη συνέχεια της ιστορίας στα δύο επόμενα βιβλία, Τύραννος και Κόλαση, κρατάει από τώρα χώρο στη βιβλιοθήκη.
]]>«Είναι ένας σιωπηρός διάλογος ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν και τη σύγχρονη αλλοίωση, ανάμεσα στο μέτρο και την υπερβολή, ανάμεσα στην αισθητική αρμονία και τη βαρβαρότητα της κακόγουστης επιβολής», έγραψε μεταξύ άλλων ο Βασίλης Στάμος στο μεγάλο διάλογο που άνοιξε στο διαδίκτυο και σε πολλά μέσα ενημέρωσης.

Η επένδυση στα πρώτα της βήματα έγινε δεκτή με θετικές προσδοκίες από μια μεγάλη πλειοψηφία, κοινωνική και πολιτική. Όσοι αντέδρασαν στα σχέδια ταυτίστηκαν με γραφικές μειοψηφίες. Σταδιακά όμως ξεθώριασε η ζωηρή εικόνα καθώς τα έργα ξεκίνησαν και έγινε σαφές από την αδρή πραγματικότητα η απόσταση που χώριζε τα φωτορεαλιστικά σχέδια από την υλοποίησή τους.
Τη διαδικασία αυτή, τη μετάβαση από την αποδοχή στην περίσκεψη, περιέγραψε με γλαφυρό τρόπο τον Φεβρουάριο του 2025 ο δημοσιογράφος της Καθημερινής και συγγραφέας για θέματα αθηναϊκού περιβάλλοντος, Νίκος Βατόπουλος, μιλώντας σε πόντκαστ της Lifo και στον Γιάννη Πανταζόπουλο. Αφού δήλωσε ότι ήταν εξαρχής αναφανδόν υπέρ της επένδυσης, πρόσθεσε ότι κατάλαβε γρήγορα πως υπάρχουν ζητήματα που για κάποιο λόγο δεν τέθηκαν στον δημόσιο διάλογο: «Δεν είχα ποτέ πληροφορηθεί ως πολίτης ότι θα υπάρξει ένα τείχος από μπετόν πάνω στην παραλία, σε έκταση κάποιων χιλιομέτρων. Ατελείωτα, το ένα κτήριο μετά το άλλο. Μπορεί όταν τελειώσουν να είναι πολύ ωραία. Αλλά λείπει η ενημέρωση για την εξέλιξη αυτού του έργου». Και πρόσθεσε: «Χτίζεται μία πόλη εκεί, που δεν απευθύνεται στους Έλληνες και δείχνει με τον πιο συμβολικό τρόπο το τέλος των αθηναϊκών προαστίων».

Μια κριτική καταγραφή στοιχείων, ρεπορτάζ και απόψεων σχετικά με την επένδυση του Ελληνικού πραγματοποιεί συστηματικά από τον Φεβρουάριο του 2025 ο δημοσιογράφος Ματθαίος Τσιμιτάκης στην ιστοσελίδα του Νήμα όπου δημοσιεύει μια συνεχιζόμενη έρευνα. Μιλώντας μας επισήμανε ότι η συγκεκριμένη επένδυση δεν επηρεάζει απλώς τα νότια προάστια, αλλά ολόκληρη την Αττική και τη χώρα: «Στο Ελληνικό διαμορφώνονται οι όροι της αστικής ανάπτυξης σε μικρή και μεγάλη κλίμακα για τις επόμενες δεκαετίες», επισημαίνει. Κατά την οπτική του, εκεί διαμορφώνεται «ένα νέο μοντέλο που θα καθορίζει από το πώς θα οργανωθούν τα κοινόχρηστα στις πολυκατοικίες, τη συμβίωση των ανθρώπων έως το πώς ρυμοτομούνται οι περιοχές, πώς σχεδιάζονται οι μεταφορές και αν υπάρχει δημόσιος ή ανοιχτός χώρος». Πιο συνολικά, «όλη η σύλληψη της αττικής ριβιέρας είναι ένα πολιτικό σχέδιο με αμιγώς οικονομικά επιχειρησιακά χαρακτηριστικά», σημειώνει.
Ένα σοβαρό αρνητικό ενδεχόμενο που γίνεται πλέον εμφανές, κατά τον δημοσιογράφο του Νήματος, είναι το γεγονός ότι η πρόσβαση στο παραλιακό μέτωπο κλείνει πολεοδομικά με εξαιρέσεις επί του οικοδομικού κανονισμού και εμπορικά αντί να ανοίγει, όπως υπόσχονταν πολιτικά οι κυβερνήσεις της δεκαετίας του 1990-2000: «Έχουμε δει στην Ασία και τη Λατινική Αμερική πώς μια πόλη μπορεί να κατατεμαχίζεται σε περιοχές προνομιούχων και σε περιοχές περιθωριοποιημένων. Πρέπει να δούμε με προσοχή αν αυτό είναι το μοντέλο που έρχεται στην Ελλάδα. Το ότι κάτι δεν πάει σωστά, το συνειδητοποίησα όταν αντιλήφθηκα ότι το νέο καθεστώς δεν έχει σχεδόν τίποτα δημόσιο».
Ένα σημαντικό ορόσημο για το έργο άλλωστε εντοπίζει ο Ματθαίος Τσιμιτάκης το 2021, όταν δόθηκε η δυνατότητα στη Lamda να πουλάει οικόπεδα σε τρίτους και να φέρνει στην επένδυση εταιρείες με δικό τους σχεδιασμό. «Το έργο από τότε σταμάτησε να είναι ενιαίο και μετατράπηκε σε real estate, ενώ πριν ήταν ένα μεγάλο κατασκευαστικό έργο που –καταχρηστικά κατά τη γνώμη μου– διατεινόταν ότι επρόκειτο για έργο ανάπλασης. Η επένδυση θα πρέπει να αποδείξει ότι πρόκειται για ανάπλαση, ότι δηλαδη έχει και κοινωνικό χαρακτήρα και περιεχόμενο, κάτι που δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε στον τρόπο με τον οποίο κυριαρχούν οι εμπορικές χρήσεις. Το πρόβλημα με την κατάτμηση του έργου είναι ότι από τότε δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος για τίποτα. Τα συμβόλαια μεταθέτουν τις ευθύνες από τον έναν στον άλλο και ο δημόσιος έλεγχος καθίσταται πάρα πολύ δυσχερής έως αδύνατος».
Μήπως οι προβληματισμοί αυτοί είναι υπερβολικοί; Σε πρόσφατα δημοσιεύματα που εντάσσονται στην επικοινωνιακή καμπάνια της Lamda, αναφέρεται μια σφυγμομέτρηση της εταιρείας Mindsearch που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο. Εκεί διαβάζουμε ότι «σε συντριπτικό ποσοστό η κοινή γνώμη έχει θετική άποψη για το έργο του Ελληνικού», με τα εξής ευρήματα: «76% των κατοίκων των όμορων δήμων έχει θετική στάση για το έργο του Ελληνικού, 90%+ των κατοίκων των όμορων δήμων έχει θετική γνώμη για την Lamda, ιδιαίτερα για την οικονομική ευρωστία που δημιουργεί στην ευρύτερη περιοχή».
Η μέχρι σήμερα συναίνεση που έχει συγκεντρώσει η επένδυση του Ελληνικού βασίζεται σε ένα σύνολο προσδοκιών. Ο κεντρικός επενδυτής έχει υποσχεθεί ένα τεράστιο πάρκο έκτασης 2 εκατομμυρίων τετραγωνικών, μια μεγάλη πράσινη ανάπλαση μιας μέχρι πρότινος άγονης έκτασης, που παράλληλα θα κάνει την εθνική και τοπική οικονομία να ανθίσει, δημιουργώντας χιλιάδες θέσεις εργασίας.






Οι προσδοκίες σχηματοποιούνται στις φωτορεαλιστικές απεικονίσεις που εμφανίζονται σε καταχωρήσεις στον Τύπο, στο διαδίκτυο αλλά και τυπωμένες σε μεγάλο μέγεθος πάνω στις περιφράξεις του έργου. Σε αυτές τις ψηφιακές δημιουργίες, οι τσιμεντένιες κατασκευές μάλλον υποβαθμίζονται ενώ ταυτόχρονα υπερτονίζεται το πράσινο χρώμα, εμφανίζοντας ένα κατάφυτο τοπίο με ανεπτυγμένα δέντρα και ατελείωτες επιφάνειες με γρασίδι. Αυτή την επικοινωνιακή προσπάθεια χειραγώγησης μέσω χρωμάτων καταρρίπτουν αεροφωτογραφίες που τραβούν και δημοσιεύουν πολίτες, αποκαλύπτοντας ένα μάλλον ζοφερό τοπίο μιας νέας τσιμεντούπολης. Εύλογα θα αντιτείνει κανείς ότι στη φάση κατασκευής ενός έργου οι εικόνες του εργοταξίου δεν είναι αντιπροσωπευτικές της τελικής διαμόρφωσης. Ωστόσο, η πυκνότητα της υλοποιηθείσας δόμησης είναι εμφανές ότι διαφέρει σημαντικά σε σχέση με τα φωτορεαλιστικά.
Η ίδια η χρήση της λέξης «πάρκο» από τους κατασκευαστές του Ελληνικού δεν είναι απολύτως σαφές σε τι αναφέρεται. Το ζήτημα αυτό ανέπτυξε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξή του στον Ματθαίο Τσιμιτάκη ο Λουκάς Τριάντης, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΑΠΘ και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Πολεοδόμων Χωροτακτών Ελλάδος, σημειώνοντας ότι το πάρκο του Ελληνικού θα έχει μια τουλάχιστον δομική διαφορά σε σύγκριση με το πάρκο Αντώνη Τρίτση για παράδειγμα: Πρόκειται για έναν ιδιωτικό χώρο και όχι δημόσιο. «Σε έναν ιδιωτικό χώρο, ακόμα και αν είναι προσβάσιμος, υπάρχουν ερωτήματα: Για παράδειγμα θα μπορείς να οργανώσεις μια συγκέντρωση; Να μείνεις μετά το ηλιοβασίλεμα; Αυτά είναι δικαιώματα που στα δημόσια πάρκα είναι αυτονόητα» επισημαίνει περιγράφοντας «έναν χώρο εμπορευματοποιημένο και επιτηρούμενο» όπου «θα υπάρχουν συστήματα που ελέγχουν τι κάνεις, πότε και πώς». Στο Ελληνικό θα δημιουργηθεί ο πρώτος ιδιωτικός φορέας διαχείρισης ενός τέτοιου ανοιχτού χώρου, δημιουργώντας ερωτήματα για το ποιος θέτει όρους και όρια στη χρήση του.
Το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών (που έγινε 22-25 Απριλίου) έγινε βήμα πολλών στελεχών της Lamda ώστε να αναπτύξουν τα επιχειρήματα και τη σκοπιά τους για το έργο. Η Μελίνα Παΐζη μίλησε για ποιότητα ζωής και οικοσυστήματα τονίζοντας ότι «το Ελληνικό σχεδιάστηκε ως μία έξυπνη πόλη 15 λεπτών, όπου μπορεί κανείς να κινηθεί χωρίς αυτοκίνητο», προσθέτοντας ότι «για κάθε τετραγωνικό μέτρο δόμησης αντιστοιχεί ένα τετραγωνικό μέτρο πρασίνου». Η Σίσσυ Ηλιοπούλου είπε ότι η νέα αυτή πόλη σχεδιάστηκε «με βάση τις αρχές της βιωσιμότητας, της ανθεκτικότητας και της ποιότητας ζωής». Το περιβάλλον και η βιωσιμότητα είναι οι λέξεις κλειδιά που θα βρει κανείς σε όλη την επικοινωνιακή εκστρατεία της εταιρείας να πείσει για τον θετικό αντίκτυπο του έργου της.

Από την άλλη πλευρά όμως, οι ανησυχίες που εγείρονται κάθε μέρα και περισσότερο για το κυκλοφοριακό πρόβλημα του Λεκανοπεδίου και την αρνητική συμβολή που αδιαμφισβήτητα θα έχει η συγκεκριμένη οικιστική και εμπορική ανάπτυξη σε αυτό, δεν μπορούν να κρυφτούν. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Συγκοινωνιολόγων, Θανάσης Τσιάνος, μιλώντας για το ρεπορτάζ επισήμανε ότι «μία επένδυση που έχει μελετηθεί στο πλαίσιο της βιώσιμης κινητικότητας εσωτερικά, είναι σκόπιμο να συνδεθεί όσο το δυνατόν καλύτερα και με τα μέσα μαζικής μεταφοράς». Οι συγκοινωνιολόγοι σημαίνουν συναγερμό για τον κυκλοφοριακό φόρτο της λεωφόρου Βουλιαγμένης. «Πρέπει απαραίτητα να αναβαθμιστεί η λεωφόρος Βουλιαγμένης όπως προβλέπεται από το ρυθμιστικό σχέδιο με ανισόπεδους κόμβους» υπογραμμίζει ο Θανάσης Τσιάνος, προσθέτοντας ότι είναι κάτι που «πρέπει να γίνει πρώτο σε προτεραιότητα, διότι όταν ξεκινήσει να λειτουργεί το Ελληνικό, δεν μπορούν παράλληλα να γίνονται και έργα» λόγω της απίστευτης πίεσης που θα ασκηθεί στο οδικό σύστημα.
]]>Επισκεφτήκατε προ ημερών το Χέρωμα και μιλήσατε για την πολεοδομική ομηρεία της περιοχής. Πού έχετε καταλήξει; Πρόκειται για ένα νομικό ή πολιτικό πρόβλημα;
Το Χέρωμα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας παθογένειας που συναντάμε σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Αττικής. Κοινότητες που έχουν μείνει για δεκαετίες σε ένα νομικό κενό, χωρίς πολεοδομική κατοχύρωση, χωρίς τη δυνατότητα να νομιμοποιήσουν την καθημερινή τους ζωή. Το πρόβλημα έχει και νομική και πολιτική διάσταση και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που παραμένει άλυτο. Νομικά, υπάρχουν εκκρεμότητες δεκαετιών που κανείς δεν έχει τη βούληση να τακτοποιήσει. Πολιτικά, η κυβέρνηση δεν έχει δείξει κανένα ενδιαφέρον για μια ολοκληρωμένη λύση, παρά τα βήματα που έγιναν επί υπουργίας Φάμελλου στο υπουργείο Περιβάλλοντος την περίοδο Τσίπρα. Από το 2019 και μετά η κυβέρνηση Μητσοτάκη προτιμά τη διαχείριση της ομηρείας από τη ρύθμισή της. Εμείς θα συνεχίσουμε να πιέζουμε για μια οριστική τακτοποίηση που να σέβεται τους κατοίκους σε συνεργασία με τους συλλόγους της περιοχής και τη δημοτική αρχή. Κατέθεσα ήδη μία επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή ώστε να μου απαντήσει διά ζώσης κάποιος εκ των κυρίων Παπασταύρου ή Ταγαρά.
Μιλώντας για τα πολεοδομικά, ποιες σκέψεις κάνετε όταν περνάτε από την έκταση της επένδυσης στο Ελληνικό;
Όταν περνάω από την έκταση, σκέφτομαι κυρίως αυτά που δεν βλέπω. Την ακτογραμμή που έχει αποκοπεί από τον πολίτη, τον δημόσιο χώρο που έχει μετατραπεί σε ιδιωτική επένδυση με απέραντο μπετόν, το περιβαλλοντικό ισοζύγιο μιας παράκτιας ζώνης που δεν έχει αξιολογηθεί με τη σοβαρότητα που της αξίζει. Κατανοώ ότι η επένδυση είναι δεδομένη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι σταματάμε να θέτουμε ερωτήματα για τη διαχείριση των υγρών και στερεών αποβλήτων, για την ελεύθερη πρόσβαση στις ακτές, για το τι κερδίζει τελικά το δημόσιο συμφέρον. Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι εμπόδια στην ανάπτυξη είναι προϋπόθεσή της. Κύριε Λαουτάρη, θέλω να σταθώ στο ζήτημα της ελεύθερης πρόσβασης στις ακτές που είναι για μένα πολιτική προτεραιότητα και ιδιαίτερα κρίσιμο τόσο στο Δήμο Βάρης Βούλας Βουλιαγμένης όσο και να σε άλλες περιοχές τις νοτιοανατολικής Αττικής, τον Δήμο Σαρωνικού κ.λπ. Η κατάσταση έχει ξεφύγει ιδιαίτερα στο ζήτημα του κόστους χρήσης ενός δημόσιου αγαθού όπως είναι οι ακτές, όπου έχουν πλήρως εμπορευματοποιηθεί με εμπόδια αλλά και αδιανόητη ακρίβεια.
Αν μπορεί να υπάρξει ένας φορέας με δυναμική, με εσωτερική δημοκρατία και σαφή προγραμματική ταυτότητα, αξίζει να το συζητήσουμε
Εκλεγήκατε το 2023 με τον ΣΥΡΙΖΑ και υποψήφιο πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα και σήμερα, τρία χρόνια μετά, το πολιτικό τοπίο στην Αριστερά μοιάζει βομβαρδισμένο. Κάνοντας μια ανασκόπηση, τι πιστεύετε ότι πήγε στραβά;
Δεν είμαι ο πλέον αρμόδιος να κάνω εκτεταμένη αποτίμηση μιας πορείας στην οποία δεν συμμετείχα από την αρχή, καθώς εντάχθηκα στον ΣΥΡΙΖΑ το 2022, έχοντας διαφορετική πολιτική διαδρομή. Αυτό που μπορώ να πω ως παρατηρητής και ως πολίτης είναι ότι η αποσύνδεση από τον κόσμο που σε εμπιστεύτηκε είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα για ένα προοδευτικό κόμμα. Όταν η διαχείριση δύσκολων συνθηκών δεν συνοδεύεται από σωστή επικοινωνία και το κατάλληλο πολιτικό προσωπικό, χάνεται η αξιοπιστία και αυτή είναι δύσκολο να ξαναχτιστεί.
Βλέπετε το ντοκιμαντέρ του Σκάι για το 2015; Θεωρείτε ότι σας αδικεί αυτή η ματιά στα γεγονότα;
Κάθε αφήγηση επιλέγει τι φωτίζει και τι αφήνει στη σκιά. Δεν θα χάσω χρόνο να αντιπαρατεθώ με μια τηλεοπτική παραγωγή συγκεκριμένης σκοπιάς. Αυτό που μετράει είναι τι λέμε σήμερα και τι προτείνουμε για το αύριο. Αν υπάρχει αντίλογος στην ερμηνεία των γεγονότων, αυτός γίνεται με επιχειρήματα στον δημόσιο διάλογο, όχι αντιδρώντας αμυντικά σε αφηγήματα με ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα και ισχυρή υπογραφή νεποτισμού στην ούγια τους.
Η δεύτερη ευκαιρία που ζητά η «κυβερνώσα Αριστερά» σε τι θα διαφέρει από την περίοδο 2015-2023;
Πρωτίστως διαφέρουν οι συνθήκες, ενώ υπάρχουν πλέον η εμπειρία και ένα πιο επιλεγμένο πολιτικό προσωπικό. Μια προοδευτική κυβέρνηση που θα ξαναβρεθεί στην εξουσία οφείλει να έχει επεξεργαστεί πολύ πιο λεπτομερώς τις κόκκινες γραμμές της, τον τρόπο λήψης αποφάσεων, τη σχέση της με τους θεσμούς και τους Ευρωπαίους εταίρους. Οφείλει επίσης να έχει συγκεκριμένη ατζέντα για ζητήματα που αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα. Κατοικία, εργασία, περιβάλλον, ακρίβεια, δημόσιες υπηρεσίες. Η κυβερνώσα Αριστερά δεν μπορεί να είναι ένα διαχειριστικό σχήμα με προοδευτική ετικέτα, πρέπει να έχει ουσία και κατεύθυνση.

Ο Δημήτρης Παπαδημούλης τόνισε με μια ανάρτησή του ότι μια πολυδιασπασμένη Αριστερά δεν καταφέρνει να νικήσει. Μπορεί να ενώσει ο Αλέξης Τσίπρας σήμερα;
Ο Παπαδημούλης έχει δίκιο ως προς τη διάγνωση αλλά εστιάζει μόνο στην Αριστερά ή έστω μιλά μόνο με την οπτική της Αριστεράς. Ο κατακερματισμός δεν ωφελεί κανέναν εκτός από την κυβέρνηση. Εγώ προέρχομαι από τον χώρο του κέντρου και της πολιτικής οικολογίας και αυτό που με έφερε εδώ δεν ήταν η κομματική αφοσίωση αλλά η ανάγκη για μια αξιόπιστη προοδευτική εναλλακτική. Αν μπορεί να υπάρξει ένας φορέας που να συγκεντρώνει αυτή τη δυναμική με εσωτερική δημοκρατία και σαφή προγραμματική ταυτότητα, αξίζει να το συζητήσουμε. Το αν και πώς θα πράξω ο ίδιος είναι κάτι που θα αποφασίσω με γνώμονα το τι υπηρετεί καλύτερα τον κόσμο που με εμπιστεύτηκε στην Ανατολική Αττική αλλά και αυτούς που συναντιόμαστε στις γειτονιές εδώ και 3 χρόνια.
Πείτε ότι διαβάζει αυτές τις γραμμές ένας από τους χιλιάδες απογοητευμένους ψηφοφόρους που επιλέγει να απέχει. Τι θα του λέγατε;
Θα του έλεγα ότι η αποχή δεν είναι ουδετερότητα, είναι επιλογή με συνέπειες. Καταλαβαίνω την απογοήτευση και δεν θα του ζητήσω να ξεχάσει ό,τι τον στενοχώρησε. Θα του ζητήσω όμως να σκεφτεί τι σημαίνει να αφήνουμε το πεδίο ελεύθερο σε μια κυβέρνηση που διαχειρίζεται τους πόρους και τους θεσμούς αυτής της χώρας με τον τρόπο που όλοι βλέπουμε. Η ψήφος δεν είναι έπαθλο γι’ αυτούς που το αξίζουν, είναι εργαλείο γι’ αυτούς που θέλουν να αλλάξουν κάτι προς το καλύτερο.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και η έρευνα της ευρωπαϊκής εισαγγελίας έφερε στην επιφάνεια το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ βουλευτών και ψηφοφόρων. Πώς το βλέπετε;
Η υπόθεση αυτή αναδεικνύει κάτι που χρειάζεται να το πούμε καθαρά. Ο ρόλος του βουλευτή δεν είναι να εξυπηρετεί επιμέρους συμφέροντα έναντι ψήφων, είναι να νομοθετεί και να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία. Όταν αυτή η σχέση διαστρεβλώνεται, υπονομεύεται η δημοκρατική λειτουργία στο σύνολό της. Η ευρωπαϊκή εισαγγελία κάνει τη δουλειά της και καλώς. Εμείς οφείλουμε να υποστηρίξουμε κάθε θεσμικό έλεγχο και να διεκδικήσουμε τον επανακαθορισμό των ορίων μεταξύ πολιτικής εκπροσώπησης και πελατειακής εξυπηρέτησης.
Πώς είδατε το ξεκίνημα της Μαρίας Καρυστιανού; Φοβάστε μήπως η αντίθεση στην κυβερνητική πολιτική κατευθυνθεί σε περισσότερο αντισυστημικές οδούς;
Η Μαρία Καρυστιανού είχε καθολική αποδοχή ως μητέρα θύματος του δυστυχήματος των Τεμπών. Απώλεσε αυτή την καθολική αποδοχή την στιγμή που αποφάσισε να πολιτευτεί και κρίνεται πλέον ως πολιτική αρχηγός. Η άσκηση του δικαιώματος του «εκλέγεσθαι» είναι μια επιλογή που ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει. Η πολιτική της τοποθέτηση είναι ξεκάθαρα στο δεξιό πολιτικό φάσμα. Είδατε και εσείς φαντάζομαι στην πλατεία Αριστοτέλους τον καταδικασθέντα πρώην περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας Παναγιώτη Ψωμιάδη. Το ερώτημα για τον αντισυστημικό κίνδυνο είναι βέβαια υπαρκτό, αλλά η απάντηση σε αυτόν δεν είναι να αποστειρώσουμε τον διάλογο, είναι να δώσουμε στον κόσμο αξιόπιστες προοδευτικές προτάσεις. Όταν η πολιτική αποτυγχάνει να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα, ο κόσμος ψάχνει διεξόδους αλλού. Αυτή είναι η δική μας ευθύνη.
Πυκνώνουν τα σχόλια για την τοξικότητα του πολιτικού διαλόγου και την έκπτωση στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Παλαιότερα τα βλέπατε ως δημοσιογράφος, σήμερα είστε μέλος της Βουλής. Η κριτική αυτή είναι βάσιμη;
Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο όρος «τοξικότητα», όπως χρησιμοποιείται σήμερα, είναι σε μεγάλο βαθμό εφεύρεση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ένας τρόπος να παρουσιάζει την οξεία πολιτική αντιπαράθεση ως παθογένεια, ενώ η σκληρή αντιπαράθεση υπήρχε πάντα στη δημοκρατία και είναι υγιής. Αυτό που είναι όντως υπαρκτό είναι η υποβάθμιση του κοινοβουλίου και αυτή δεν οφείλεται στον τόνο των βουλευτών, αλλά στο ότι ο πυρήνας της πολιτικής αντιπαράθεσης έχει μεταφερθεί στα social media και στα τηλεοπτικά στούντιο. Η Βουλή έχει γίνει χώρος παραγωγής πολιτικής δευτερογενώς, όσο και αν ακούγεται παράδοξο. Όσοι και όσες ανεβάζουν υπερβολικά τους τόνους στη Βουλή το κάνουν για να βρουν χώρο στην οθόνη της τηλεόρασης ή των κινητών. Το βλέπω και ως πρώην δημοσιογράφος και ως βουλευτής και είναι πρόβλημα που μας αφορά όλους.

Ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ότι εγγυάται τη σταθερότητα. Πώς βλέπετε ένα μετεκλογικό σενάριο όπου μη αυτοδύναμα κόμματα θα πρέπει να συνεργαστούν για τον σχηματισμό κυβέρνησης;
Το επιχείρημα της σταθερότητας είναι ένα παλιό τέχνασμα. Παρουσιάζει ως κίνδυνο αυτό που στις περισσότερες ευρωπαϊκές δημοκρατίες είναι ο κανόνας. Κυβερνήσεις συνεργασίας σχηματίζονται σε όλη την Ευρώπη χωρίς να καταρρέει ο κόσμος. Το ζητούμενο δεν είναι αν θα υπάρξει συνεργασία, αλλά ποια κόμματα, με ποιο πρόγραμμα και με ποιες κόκκινες γραμμές. Μια προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας που θα έχει σαφή ατζέντα και εσωτερική συνοχή μπορεί να είναι πολύ πιο αποτελεσματική από μια πλήρως διεφθαρμένη αυτοδύναμη κυβέρνηση που χαρίζεται στα συμφέροντα χωρίς λογοδοσία.
Με το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη θεωρείτε ότι έχετε πολιτική συγγένεια; Τι σας αποτρέπει από μια προεκλογική συνεργασία;
Να ξεχωρίσω δύο πράγματα. Το ΠΑΣΟΚ ως παράδοση και ο κόσμος που το στηρίζει είναι για μένα ακόμα και οικογενειακή αφετηρία θα έλεγα. Υπάρχει εκεί ένας κεντροαριστερός αναγνώσιμος χώρος με τον οποίο μοιραζόμαστε αξίες σε ό,τι αφορά την πολιτική οικολογία και την ανανεωτική αριστερά. Άλλο πράγμα όμως η σημερινή ηγεσία που εγκλωβίστηκε συνειδητά στην πολιτική απομόνωση. Ο κύριος Ανδρουλάκης σε κρίσιμες στιγμές και πριν τις εκλογές του 2023 και όταν έγινε αξιωματική αντιπολίτευση στο 2024 γύρισε την πλάτη στη συνεργασία. Παράλληλα, το ΠΑΣΟΚ σε πολλά κοινοβουλευτικά ζητήματα (τράπεζες, ενέργεια κ.ά.) έχει επιδείξει μια ανησυχητική ώσμωση με τη Νέα Δημοκρατία, χωρίς σαφή γραμμή απέναντί της, καθώς επιπροσθέτως υπάρχουν στελέχη σε υψηλό επίπεδο που βλέπουν μετεκλογική συνεργασία με τη ΝΔ. Αυτό είναι μία διαχωριστική γραμμή την οποία οι αριστεροί του κέντρου δεν μπορούμε να υπερβούμε.
]]>Είχα να δω γονείς στο Δημαρχείο από το 2014, όταν η διοίκηση Κωνσταντέλλου, που τότε διένυε τους πρώτες μήνες της θητείας της, κλήθηκε να αντιμετωπίσει το οξύ πρόβλημα στέγασης του 6ου Νηπιαγωγείου Βούλας. Οι συγκεκριμένοι δημότες παρακολούθησαν τη συζήτηση υπομονετικά. Παρενέβησαν ζητώντας τον λόγο από τον πρόεδρο μόνο όταν η τέθηκε σε συζήτηση το θέμα της ημερήσιας διάταξης που αφορούσε την επικαιροποίηση του δημοτικού σχεδίου αντιμετώπισης πυρκαγιών. Τι είχαν άραγε να πουν οργανωμένα και σε μαζική παράσταση μέλη της σχολικής κοινότητας γι’ αυτό;
Είπαν λοιπόν σε καταγγελτικό τόνο ότι ο Δήμος δεν έχει προετοιμαστεί σωστά για την αντιπυρική περίοδο και ότι τα σχολεία κινδυνεύουν από τις πυρκαγιές. Και ανέφεραν ως απόδειξη για τον ισχυρισμό τους ένα περιστατικό εμπρησμού που σημειώθηκε στις 26 Μαΐου σε ιδιωτικό οικόπεδο δίπλα από το 2ο Γυμνάσιο Βούλας. Η φωτιά κατασβέστηκε με επέμβαση πυροσβεστικής και πολιτικής προστασίας κυριολεκτικά σε λίγα λεπτά της ώρας και δεν έκαψε παρά λίγα μέτρα χόρτα, χωρίς να απειλήσει κανέναν και τίποτα.
Οι συγκεκριμένοι γονείς όμως «διάβασαν» το επεισόδιο αυτό ως απειλή για τα σχολεία. Μάλιστα η ένωση δημοσίευσε σε τοπικό μέσο και μια ανακοίνωση χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα οξύ ύφος, εκθέτοντας ένα κατηγορητήριο εναντίον της δημοτικής αρχής που καταλήγει ότι ο Δήμος αφήνει «στην τύχη» την ασφάλεια των μαθητών.
Δημοκρατία έχουμε και καθένας έχει δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης των ιδεών του, όμως προκύπτει ένα ερώτημα που δεν χρειάζεται κανείς να είναι αστυνομικό δαιμόνιο ή ερευνητής ρεπόρτερ για να το θέσει: Πώς προκλήθηκε αυτή η πυρκαγιά; Είναι από πολλαπλές μαρτυρίες σαφές ότι η φωτιά ξεκίνησε από δυναμιτάκια που πέταξαν μαθητές του Γυμνασίου κατά το σχόλασμά τους στο οικόπεδο και σε έναν κάδο απορριμμάτων, σε έναν πανηγυρισμό για την τελευταία ημέρα των μαθημάτων.
Με άλλα λόγια, παιδιά ηλικίας 12, 13 και 14 ετών είχαν προμηθευτεί (προφανώς παράνομα αφού τα είδη αυτά πωλούνται με ηλικιακούς περιορισμούς και απαιτείται εποπτεία ενηλίκου για αγοραστές κάτω των 14 ετών) και πήραν στο σχολείο μαζί τους το πρωί κροτίδες και άλλα είδη πυροτεχνίας για να λαμπαδιάσουν τον χώρο. Το γεγονός αυτό για ανθρώπους που υποστηρίζουν ότι εκπροσωπούν τους γονείς του Δήμου προσπερνάται ως κάτι συνηθισμένο ή αθώο, μια λεπτομέρεια που σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανακοίνωση μπορεί και να χρησιμοποιηθεί ως τέχνασμα για να αποκρυφτεί το «πραγματικό ζήτημα», που είναι η …πυροπροστασία εντός του αστικού ιστού.
Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που όταν το δάχτυλο δείχνει το φεγγάρι, εκείνοι επικεντρώνονται στο δάχτυλο. Όμως πάει πολύ να μιλούν εξ ονόματος άλλων, χρησιμοποιώντας έναν διάτρητο θεσμικό μανδύα.
Το ζήτημα της εφηβικής παραβατικότητας είναι ιδιαίτερα σύνθετο και είναι το πραγματικό πρόβλημα που θα έπρεπε να απασχολεί τα άτομα που θέλουν να εκπροσωπήσουν τη σχολική κοινότητα. Για την αδυναμία κάποιων παιδιών να αντιληφθούν τους κινδύνους από τις πράξεις τους, την αδιαφορία τους για τους κανόνες ή τις συνέπειες των επιλογών τους, για την απροθυμία τους να δράσουν εντός του κοινά αποδεκτού πλαισίου, υπάρχουν φυσικά ευθύνες γενικά στην κοινωνία, ειδικότερα στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά πρωτίστως στην οικογένεια που τα μεγαλώνει.
Σε πρόσφατη εκδήλωση στο Λύκειο Βουλιαγμένης, ο καθηγητής εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης μίλησε για την «εξεγερτική βαρεμάρα» που χαρακτηρίζει παιδιά από καλά προάστια και εύπορες οικογένειες, η βία των οποίων δεν μπορεί να αναχθεί στις δυσμενείς κοινωνικές συνθήκες αλλά έχει βαθύτερες εσωτερικές ρίζες.
Όπως είπε ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος σχολιάζοντας το περιστατικό, ο Δήμος δαπανά κάθε χρόνο ποσό άνω των 350.000 ευρώ για την αποκατάσταση ζημιών από βανδαλισμούς σε σχολεία, παιδικές χαρές και πάρκα. Το ποσό αυτό που δίνει το κοινό ταμείο και επιβαρύνει όλους τους δημότες στερώντας πόρους από άλλες προτεραιότητες είναι μόνο μια αντανάκλαση ενός φαινομένου που δεν είναι τόσο απρόσωπο όσο υπονοούν οι ερασιτέχνες κοινωνιολόγοι των διαδικτυακών στιχομυθιών. Είναι μια ανοιχτή συζήτηση κατά πόσο πρέπει να προσωποποιούνται οι ευθύνες, να αναζητούνται οι ένοχοι και να καταλογίζονται τα κόστη αποκατάστασης των ζημιών.
Το λεγόμενο «γονεϊκό κίνημα» λοιπόν μπορεί να συνεχίσει μια φτηνή αντιπολίτευση στη δημοτική αρχή καθώς κάποιοι νιώθουν ότι πλησιάζουν δημοτικές εκλογές και παράλληλα αγνοούν τα βασικά της πυροπροστασίας, ότι για παράδειγμα τα ιδιωτικά οικόπεδα καθαρίζονται από τους ιδιοκτήτες και ότι η προθεσμία γι’ αυτό εκπνέει στα μέσα Ιουνίου. Ή μπορεί αντίθετα να αναγνωρίσει το μείζον. Αναδεικνύοντας το πραγματικό πρόβλημα και αναλαμβάνοντας χρήσιμες πρωτοβουλίες.
]]>Η αναψηλάφηση των πληγών που άφησε στο κοινωνικό σώμα της χώρας ο εμφύλιος πόλεμος δεν έγινε με κάποια διδακτική ή ηθικολογική διάθεση, αντίθετα έριξε το βάρος στο ανθρώπινο βίωμα. Ο Κοινός λόγος είναι η φωνή των απλών ανθρώπων, των ανθρώπων που υπήρξαν από πολλές απόψεις θύματα μιας ταραγμένης εποχής. Οι μονόλογοι περιείχαν ιδιωματικά στοιχεία και οι ηθοποιοί της Τριλογίας υποδύθηκαν όχι κάποιους υψηλούς ήρωες, αλλά τσακισμένους χαρακτήρες, με εσωτερικευμένο θυμό και ένα αδικαίωτο αίσθημα που ανάβλυζε με πίκρα.
Ο σκηνοθετικός γρίφος ενός κειμένου που αποτελείται από εκτενείς και ασύνδετους μονολόγους, καθένας από τους οποίους αφηγείται μια χωριστή ιστορία, λύθηκε από τον Δημήτρη Αγορά με την καταφυγή στον λαϊκό πολιτισμό: Πού αλλού εκτός από ένα καπηλειό, συνοδεία κρασιού, θα μπορούσε μια ετερογενής ομάδα να μοιραστεί σκληρές αναμνήσεις και προσωπικές αφηγήσεις; Το σκηνικό κατέλαβαν τραπεζάκια με καρέκλες, όπου ο ένας μετά τον άλλο οι θαμώνες αναλάμβαναν το νήμα της αφήγησης.
Δεν ήταν μια ανάλαφρη εξιστόρηση. Η πείνα της κατοχής, ο φόβος των διώξεων, οι εκτελέσεις, οι φυλακές, ο ξεριζωμός αποτέλεσαν τον γνωστό από την ιστορία καμβά των περιπετειών που έφεραν στην επιφάνεια οι χαρακτήρες.
Τη βαριά ατμόσφαιρα στην αίθουσα και τις σκοτεινές σκέψεις που συνόδευαν κάθε επεισόδιο διέλυαν τα τραγούδια που παρεμβάλλονταν από τη μικρή λαϊκή ορχήστρα επί σκηνής. Το «Στης Αλβανίας τα βουνά», ο «Σαλταδόρος», το «Χαϊδάρι», το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» μεταξύ άλλων είχαν ένα λειτουργικό ρόλο στο θεατρικό ως ιντερμέδια. Στο κλείσιμο της παράστασης οι στίχοι του Νίκου Γκάτσου «τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» δόνησαν την αίθουσα με το κοινό να χειροκροτά ρυθμικά και να τραγουδά μαζί με τους ηθοποιούς.
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον η προέλευση του κειμένου της παράστασης. Οι περισσότερες ιστορίες αντλήθηκαν από το έργο της Έλλης Παπαδημητρίου Κοινός λόγος, μια τρίτομη σειρά που καταγράφει αυθεντικές αφηγήσεις ανθρώπων ξεκινώντας από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και φτάνοντας ως το 1975.
Η «Τριλογία» εστίασε στην περίοδο της αντίστασης και του εμφυλίου και επιπλέον εμπλούτισε το σώμα κειμένων με καταγεγραμμένες ιστορίες από το χωριό Βαμβακού και ανέκδοτες ιστορίες από δύο μέλη της ομάδας που τις κατέθεσαν επί σκηνής. «Υπάρχουν ιστορίες που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Γιατί η μνήμη είναι ευθύνη», σημειώνει η ομάδα στην ιστοσελίδα της σχετικά με το έργο της.

Την παράσταση πλαισίωσαν οι ηθοποιοί Ευανθία Αγγελοπούλου, Μάριος Γρηγορόπουλος, Εριφύλη Επιτροπίδου, Βασιλική Κοντογιώργη, Αλέξιος-Ιωάννης Πάσχος, Ελένη Σαμολαδά, Νίκος Σπυρόπουλος, Ελευθερία Σταυροπούλου και Ανδρέας Τσαβλίρης. Τα τραγούδια ερμήνευσε ο Πάνος Λίνος, ο Γιώργος Καραβάνης έπαιξε μπουζούκι και ο Καλλικράτης Μπουρδάρας κιθάρα.
]]>