Αν αγαπάς τη φωτογραφία δρόμου, τότε είναι πολύ πιθανό να έχεις ήδη μελετήσει μεγάλους φωτογράφους οι οποίοι την ανήγαγαν σε σπάνια τέχνη, με την καλλιτεχνική τους προσέγγιση, απομακρυνόμενοι από το ύφος του ρεπορτάζ, συνεπώς της χρηστικής φωτογραφίας, μορφής δηλ. που δέσποζε για πολλά χρόνια.
Αν λοιπόν έχεις παρατηρήσει τις ματιές μεγάλων φωτογράφων δρόμου του παρελθόντος αλλά και του παρόντος και σε γοητεύει αυτό που βλέπεις, τότε δεν έχεις παρά να εξασκηθείς και να γίνεις καλύτερος. Παρακάτω δε θα μιλήσουμε για τεχνικές λεπτομέρειες και ρυθμίσεις για φωτογραφικές μηχανές ή κινητά, αλλά θα βρεις κάποια tips που, φέρνοντάς τα στα μέτρα σου, ίσως σου φανούν χρήσιμα στο φωτογραφικό σου σαφάρι στους δρόμους.
Ποια στοιχεία λοιπόν θα μπορούσαν να κάνουν τη φωτογραφία σου ακόμη καλύτερη;


Όπως και εδώ δε γνωρίζει ο θεατής εάν στην τουαλέτα εισέρχεται μία μαμά ή ένας πατέρας κρατώντας το μπαλόνι του παιδιού. Δε γνωρίζει αν προέκυψε κάτι σημαντικό και αναγκάστηκε ο άνθρωπος αυτός να συνοδεύσει το παιδί με όλα αυτά ανά χείρας (τσάντες και μπαλόνι) ή αν είναι μία σκηνή από τη ρουτίνα μίας οικογένειας. Δε γνωρίζει καν ο θεατής αν είναι μέρα ή νύχτα, αν υπάρχει παιδί στη σκηνή, αν η τουαλέτα ανήκει σε παιδότοπο, καφέ ή εμπορικό κέντρο. Είναι ελεύθερος να πλάσει την ιστορία του.



Το ίδιο βλέπουμε κι εδώ. Η έκφραση ενός ανθρώπου που κάνει κάποια κόλπα στο δρόμο για να βγάλει το μεροκάματο, σε contrast με την έκφραση του περαστικού, ο οποίος προφανώς, έχει αλλού το μυαλό του. Δεν αφορά το θεατή αν ο περαστικός κρατά παιδί, τσάντα ή κάτι άλλο. Το μάτι πέφτει στην έκφρασή του και μόνο. Το περιβάλλον δε, ξεκάθαρο, ένας αρχαιολογικός χώρος ως φόντο και σαφής έμφαση στο σύγχρονο βρώμικο πλακάκι της μεγαλούπολης.

Τελευταίο αλλά και σημαντικότερο tip:
Πειραματίσου. Βγες και φωτογράφισε ό,τι σου κεντρίζει το ενδιαφέρον. Αν ασχολείσαι με κάτι που σου αρέσει πραγματικά, τότε θα δημιουργείς ενδιαφέρουσες εικόνες. Μείνε ανεπηρέαστος από νόρμες και στεγανά σχετικά με την τέχνη της φωτογραφίας και άσε το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείσαι να σε συνεπάρει, γίνε ένα με αυτό. Τότε θα δεις το φακό σου να κάνει θαύματα.
Μην ξεχνάς ότι η φωτογραφία είναι η δημιουργία μιας εικονικής πραγματικότητας μέσα από τα δικά σου μάτια. Η απομόνωση μιας σκηνής σε σκηνικό που εσύ επιλέγεις.
Δημιούργησε το σκηνικό σου και “υποχρέωσε” με την τέχνη σου το θεατή να μεταφερθεί εκεί που θέλεις να τον πας μέσα από την εικόνα. Εξάλλου, κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος, επιτυχημένη φωτογραφία είναι αυτή που μεταφέρει το θεατή της μέσα της.
Η θέαση μιας φωτογραφίας, εκτός από την πρόκληση συναισθημάτων στο θεατή της, οφείλει να τον μεταφέρει, να τον ταξιδεύει, να μετατρέπει την όρασή του σε όχημα με διαδρομή προτεινόμενη μεν από τον καλλιτέχνη, ορισμένη όμως τελικά από τον ίδιο το θεατή, σύμφωνα με την ακολουθία της ψυχοσύνθεσής του, των εμπειριών του και του συνειδητού και ασυνειδήτου του.
Κωστής Μπακόπουλος
]]>Ο σκοτεινός θάλαμος είναι μία εμπειρία όμορφη και κλασική, σα να επισκέπτεσαι ένα καλοφωτισμένο και περιποιημένο μουσείο, σα να παίρνεις τζούρες από το άξιο παρελθόν της τέχνης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η αξία του σκοτεινού θαλάμου και των παρελκομένων του μπορεί να υπερκεράσει τη σύγχρονη τεχνολογία, πόσο μάλλον όταν αυτή η τεχνολογία είναι εύκολα προσβάσιμη για τον καθένα από μας. Είναι αλήθεια κουραστικό να βλέπεις επαγγελματίες κι ερασιτέχνες φωτογράφους να κρίνουν την ποιότητα της φωτογραφίας από το μέσο που χρησιμοποιεί ο φωτογράφος. Έχει έρθει πια ο καιρός που οφείλουμε να ξεπεράσουμε τα κόμπλεξ μας και να ανοίξουμε τα μάτια μας για να ρουφήξουμε την τέχνη από όπου κι αν προέρχεται, tablet, iPhone, απλά κινητά με μέτριες ποιοτικά κάμερες, φιλμ, πανάκριβες DSLR, entry level DSLR. Τρανό παράδειγμα αποτελούν οι επαγγελματίες που στρέφονται προς τις mirrorless φωτογραφικές μηχανές, οι αισθητήρες των οποίων δε διαφέρουν και πολύ από τους αισθητήρες που κουβαλάνε οι κλασικές compact μηχανές, αλλά αποτελούν ουσιαστικά την εξέλιξή τους, μία εξέλιξη που στεγάζεται σε σώμα ακραιφνώς φιλικότερο προς το χέρι από τα ογκώδη σώματα των DSLR και τα εκνευριστικά μικροσκοπικά σώματα των compact.
Και ναι, ας δούμε το θαύμα: Μπορείς να κάνεις μία επαγγελματική φωτογράφιση με μία αξιοπρεπή φωτογραφική της σειράς και έναν φακό απλό, που μπορεί να δίνεται και στο αρχικό κιτ αγοράς της entry level DSLR. Δεν κάνει ούτε ο εξοπλισμός το αποτέλεσμα ούτε η εκμάθηση των αυστηρών κανόνων της φωτογραφίας, λες και είμαστε στο σχολείο των πατεράδων μας που με το βούρδουλα κατέληγαν να γίνουν επιστήμονες ή να μάθουν να δουλεύουν τη γη ή οτιδήποτε άλλο. Το μεράκι και η αντίληψη δεν μαθαίνονται και δεν αγοράζονται.
“Γίναμε όλοι φωτογράφοι” ακούω συχνά από χείλη ανθρώπων που έχουν την πορεία τους και τα κλικς τους. Το ακούω όμως περιπαικτικά, με μία δόση αηδίας και μερικά κιλά ειρωνίας να αναβλύζουν από τα χείλη. Με φόβο μην τους υποσκελίσει το καινούριο, τα megapixels και τα ψηφιακά κλείστρα των κινητών. Ναι, είμαστε όλοι φωτογράφοι επειδή γουστάρουμε, επειδή μας επιτρέπει να εκφραστούμε και να μοιραστούμε. Άλλοι το κάνουν επιτυχημένα κι άλλοι όχι, αλλά πάντα έτσι δε γίνεται; Το ανήλικο παιδί που σηκώνει το κινητό και πατάει το κουμπάκι χρησιμοποιώντας την έτοιμη εφαρμογή, μπορεί να βγάλει μια εικόνα πολυ πιο δυνατή από τη δική σου που έχεις μάθει να στήνεις τρίποδα και να αφιερώνεις ώρες για ένα κάδρο που μπορεί να μη σου πετύχει και ποτέ. Η αποτυχία όμως δε θα οφείλεται στο ότι κουνήθηκε το τρίποδο ή ότι απλά “δεν έκατσε” το κλικ. Η αποτυχία σου είναι ότι δεν έμαθες να ακολουθείς την εποχή σου, δεν έχεις μάθει να φωτογραφίζεις όπως απαιτεί ο σύγχρονος κόσμος και σνομπάρεις οτιδήποτε πάει να σε ξεβολέψει.
Αναρωτιέσαι για ποιο λόγο όταν βγάζεις μία φωτογραφία από το συρτάρι σου και τη δείχνεις σε κόσμο, αυτός ο κόσμος δεν παραληρεί, απλά σε επαινεί χλιαρά σα να στο οφείλει. Απορείς που κάποιος έχει ένα προφίλ στο instagram ή στο facebook και έχει χιλιάδες followers, παρουσιάζοντας απλά εικόνες τραβηγμένες από κινητό και επεξεργασμένες με έτοιμα προγράμματα κι εφαρμογές. Θα ήθελες όλοι να είχαν παιδευτεί και να είχαν κάψει φιλμ και χρόνια. Δεν έχεις καταλάβει όμως ότι ταλέντο δεν είναι να μάθεις να κάνεις τα δύσκολα και να οικτίρεις τα απλά που σε ξεπερνούν, αλλά το μεγαλύτερο ταλέντο είναι να αξιοποιείς το πρωτόλειό σου κίνητρο για φωτογραφία και να μαθαίνεις να δουλεύεις τα σύγχρονα εργαλεία που θα σε οδηγήσουν στο στόχο σου. Η αναγνώριση που περιμένεις να έρθει επειδή απλά ο περίγυρός σου γνωρίζει ότι ασχολείσαι με τις ώρες να παράξεις τη σωστή εικόνα, δεν θα έρθει ποτέ, απλούστατα επειδή την αναγνώριση τη φέρνει το κοινό που βλέπει τα έργα σου.
Προσωπικά, δεν είχα ποτέ ένα κινητό τηλέφωνο με μία καλή κάμερα. Αυτό το μήνα τράβηξα αυτές τις φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο, με το κινητό μου Samsung Galaxy SII, χρησιμοποιώντας κάποια presets της εφαρμογής Retrica. Για όσους γνωρίζουν, το συγκεκριμένο μοντέλο κινητού έχει πολύ περιορισμένες δυνατότητες να φωτογραφίσει “καλά”, αφού ο φακός του δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο. Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες ήταν αφορμή για να γραφτεί αυτό το post στο blog. Καλό θα είναι να σημειωθεί ότι το να φωτογραφίζω με το κινητό δεν ανήκει στις αγαπημένες μου ασχολίες, αφού με δυσκολεύει και σπάνια βλέπω στην οθόνη αποτέλεσμα που ικανοποιεί τη φωτογραφική μου ματιά. Ακριβώς γι’αυτό το λόγο καταπιάστηκα με αυτό λοιπόν, για να ξεβολευτώ και να δυσκολευτώ.
Κωστής Μπακόπουλος
]]>
Η αλήθεια φυσικά βρίσκεται κάπου στη μέση. Ένας πολύ σπουδαίος Έλληνας δάσκαλος φωτογραφίας υπερασπίζεται σθεναρά την άποψη ότι οι φωτογραφίες δε θα έπρεπε να εκτίθενται στα social media, καθώς αυτό μπορεί να κάνει το φωτογράφο να παραπλανηθεί από θετικά σχόλια φίλων του ή να συμβεί το αντίθετο και να απογοητευτεί. Η προσωπική μου άποψη και εμπειρία όμως, ίσως και λόγω ηλικίας, καταδεικνύουν σαφώς πως η σωστή κατεύθυνση είναι η δημοσιοποίηση. Τα έργα μας δε γεννιούνται για να μένουν στα συρτάρια, ούτε για να τα βλέπουν μόνο οι άνθρωποι που βρίσκονται σε καθημερινή επαφή μαζί μας, στην καλύτερη περίπτωση. Η τέχνη οφείλει στον εαυτό της και στον εκφραστή της να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και κριτικής. Μόνο έτσι αποκτά τη δύναμη να εξελιχθεί, αφού δεν είναι μονοκύτταρος οργανισμός, αλλά αναπτύσσεται χάρη σε πολλούς παράγοντες. Αν ποικίλα μάτια και μυαλά δεν ασχοληθούν μαζί της, τότε θα παραμείνει πρώιμη και ακατέργαστη και ο δημιουργός της δε θα έχει ποτέ την ευκαιρία να αντιληφθεί, να αφουγκραστεί, να βελτιωθεί ή και να αναγεννηθεί πολλές φορές.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι φυσικές εκθέσεις φωτογραφίας δίνουν έντονο χρώμα στις δημιουργίες, τις κάνουν χειροπιαστές και αποτυπωμένες ως είναι, φαντάζουν έτοιμες να τροφοδοτήσουν την αντίληψη του θεατή με αυτά που πρεσβεύουν. Ας σκεφτούμε όμως τι συμβαίνει στα social media. Εκεί όχι απλά περνούν τα μηνύματα του φωτογράφου στο κοινό, αλλά το κοινό έχει τη δυνατότητα να ανατρέξει ξανά και ξανά, ανάλογα με την ψυχολογία του, στο έργο και να το μελετήσει για όση ώρα θέλει, όποτε εκείνο θέλει, απολαμβάνοντας λιγότερο ή περισσότερο τη μαγεία της εικόνας. Η έκθεση φωτογραφίας μεταφέρεται αυτόματα στο χώρο του θεατή, ενώ ταυτόχρονα αν δει κάτι που θα τον εντυπωσιάσει, αυτόματα θα γίνει και ο ίδιος κοινωνός της τέχνης παροτρύνοντας άμεσα τον περίγυρό του να το δει, είτε μέσω της συνέχισης της διάδοσης από τα social media είτε απλά με το να δείξει στους γύρω του εκείνη τη στιγμή αυτό που βλέπει. Επίσης, έχει τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να πει δημόσια τη γνώμη του για το έργο που κοιτά και να επιβραβεύσει τον καλλιτέχνη είτε να αναφέρει στοιχεία που ίσως τον ξενίζουν, διατυπώνοντας ερωτήσεις ή παρατηρήσεις. Διπλό το κέρδος της διάδοσης της φωτογραφίας λοιπόν μέσω του διαδικτύου: κοινό και φωτογράφος εισδύουν μαζί και ξεχωριστά στο μυστήριο της τέχνης.
Είναι σίγουρο πως η ποιότητα μιας φωτογραφίας δε μετριέται με likes, shares, favs ή retweets, αλλά εξίσου βέβαιο είναι πως το να μοιράζεσαι κάτι που βγαίνει από την ψυχή σου, μόνο καλό μπορεί να κάνει στη δημιουργικότητά σου. Ας φανταστούμε απλά πόσοι άνθρωποι γύρω μας ασχολούνται με τη φωτογραφία είτε επειδή τους εκφράζει, είτε επειδή τους χαλαρώνει από την καθημερινότητα και δεν το γνωρίζουμε, καθώς τα έργα τους παραμένουν καταχωνιασμένα σε κάποιο σκληρό δίσκο. Ας σκεφτούμε πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους μπορεί να είναι πολύ καλοί φωτογράφοι και να μην το ξέρουν οι ίδιοι καλά καλά, στερώντας και από εμάς, το ανιδιοτελές κοινό τους, τη δυνατότητα να γνωρίσουμε την καλλιτεχνική τους πλευρά και να αισθανθούμε αυτό που θα μας προσέφερε η εικόνα που δημιούργησαν μέσα από τη φωτογραφική τους μηχανή.
Η φωτογραφία εξάλλου δεν είναι απλά ένα “κλικ”. Είναι διαδικασία εσωτερική, άμεσα συνδεδεμένη με την όραση, τη φαντασία και τα συναισθήματα. Μία διαδικασία που εξωτερικεύεται θέλοντας και μη, εκτυπωμένη σε χαρτί ή παρουσιαζόμενη σε μικρές και μεγάλες οθόνες, κάνοντας μάτια και ψυχές να συμφωνούν, να διαφωνούν, να θαυμάζουν, να αισθάνονται. Ας μοιραστούμε αυτή τη διαδικασία λοιπόν με κάθε σύγχρονο τρόπο. Προς το παρόν αυτός ο δίαυλος δεν είναι άλλος από τα social media…
Κωστής Μπακόπουλος
]]>Αυτές θα μπορούσαν να είναι σκέψεις του μέσου Νεοέλληνα όταν πρωτοάκουσε για τη Σχεδία, το πρώτο ελληνικό περιοδικό δρόμου. Δεν είναι free press, δεν πωλείται στα περίπτερα,δε μοιράζεται στα φανάρια και στα διόδια τις Κυριακές, ούτε θα τη βρεις στα stands έξω από τους σταθμούς του μετρό. Χωροταξικά ναι, κάπου εκεί θα τη βρεις τη Σχεδία, αλλά σε χέρια. Ποτέ δεν είναι αφημένη και “ορφανή”, αλλά πάντα στην αγκαλιά του πωλητή της και περιμένει στωικά να την πάρουμε εμείς στη δική μας. Το αντίτιμο προσφέρει ανακούφιση στον πωλητή αλλά και ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Όχι το αύριο το αόριστο, αλλά το πραγματικό. Την αυριανή μέρα που θα ξημερώσει, τι θα φάει, πού θα κοιμηθεί, αν θα χαμογελάσει. Ίσως αυτό το αντίτιμο είναι η δική του σχεδία για τη σωτηρία, ίσως απλά η πανάκεια για να περάσει κι αυτή η μέρα. Δεν έχει σημασία.
Αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό είναι να αντιληφθούμε ότι αγοράζοντας τη Σχεδία, γινόμαστε μέτοχοι σε μια άλλου είδους αγοραπωλησία, ξένη σε μας μέχρι σήμερα, σε μία συναλλαγή που εφοδιάζει εμάς με ενημέρωση, τέχνη αλλά και προβληματισμό διαβάζοντας, ενώ στον άνθρωπο που μας την προμήθευσε προσφέρει κίνητρο και δύναμη να συνεχίσει να στέκεται όρθιος. Δεν είναι ελεημοσύνη, εξάλλου ποτέ μου δεν έχω αφήσει εαυτόν να “ελεήσει” κάποιον συνάνθρωπο, από άποψη. Είναι επένδυση για το μέλλον της κοινωνίας μας, μικρό χάρτινο καράβι με ούριο άνεμο τον πολιτισμό και προορισμό την απομυθοποίηση του περιθωρίου. Δεν είναι “κάτι περιθωριακοί τύποι” αυτοί που στέκουν δεξιά κι αριστερά με το κοκκινωπό γιλέκο και πωλούν τη Σχεδία, είμαστε εμείς οι ίδιοι που βοηθάμε και βοηθιόμαστε χωρίς να μας χρωστά κανείς τίποτα και χωρίς να χρωστάμε. Παρά μόνο στους εαυτούς μας.
Κωστής Μπακόπουλος
(Στη “Σχεδία” βρίσκετε συχνά πυκνά τις φωτογραφίες μου.)
]]>
Μπορούμε όμως να εμπιστευόμαστε έναν freelancer φωτογράφο; Μπορούμε να βασιζόμαστε πάνω του για μία συνεργασία, είτε αυτή αφορά τις προσωπικές μας στιγμές, το γάμο μας ή τη βάπτιση του παιδιού μας; Θα είμαστε ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα και την τιμή, θα νιώθουμε άνετα μαζί του κατά τη διάρκεια της φωτογράφισης και θα έχει εκείνος τη δυνατότητα να αντεπεξέλθει στις δικές μας προσδοκίες;
Η μοναδική απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις είναι “Ναι”, χωρίς ενδοιασμούς. Ο freelancer προφανώς θα είναι άνθρωπος που έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σας με το έργο του αλλά και με τις συστάσεις από φίλους ή γνωστούς. Ανήκει σε εκείνους που αγαπούν πραγματικά τη φωτογραφία και τη δημιουργία, αφού δεν υποχρεώθηκε να συνεχίσει μία οικογενειακή επιχείρηση ή δεν κληρονόμησε ένα φωτογραφικό studio με τον πλήρη εξοπλισμό από τον πατέρα ή τον παππού του ακόμα. Η δίψα του για το αποτέλεσμα είναι πρωτογενής και αβίαστη, ενώ δεν έχει περάσει καν από το φίλτρο της βιομηχανοποίησης των παραδοσιακών αειθαλών φωτογραφείων.
Για παράδειγμα όταν βλέπω στομφώδεις επιγραφές όπως “Από το 1950 κοντά σας στη φωτογραφία γάμου και βάπτισης” αισθάνομαι, ανεξήγητα ίσως, ότι αυτή η μπίζνα του “σωστού επαγγελματία” μάλλον δε μου ταιριάζει, ούτε και θα μου δώσει το αποτέλεσμα που επιθυμώ. Είναι πολύ πιθανόν αυτά τα γραφεία ή studios να διαθέτουν ενημερωμένο εξοπλισμό και τεχνικά μέσα με πολύ καλές δυνατότητες. Η αληθινή μαγεία της φωτογραφίας όμως, που κρύβεται πίσω από το στυγνό επαγγελματισμό, έχει θέση ανάμεσα σε όλα αυτά;
Ο freelancer φωτογράφος έχει άλλη στόφα, διαφορετική τρέλα και ρομαντισμό μέσα του, όχι για να κάνει καριέρα και να συντηρήσει την επιχείρηση. Δεν είναι επιχειρηματίας, ούτε καριερίστας. Εξάλλου είναι δόκιμη η λέξη “καριέρα” για την τέχνη; Ο καλλιτέχνης δεν είναι ούτε γιάπης ούτε εν δυνάμει golden boy. Υπάρχει πιθανότητα για μεγάλο διάστημα της ζωής του να μην καταφέρει να παράξει αξιόλογο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, αλλά κάποια στιγμή να δημιουργήσει έργα που θα μείνουν στην ιστορία ως μοναδικά. Ο καλλιτέχνης φωτογράφος όμως, που απολαμβάνει να φωτογραφίζει και να αναγνωρίζεται το έργο του από το κοινό θεωρητικά και έμπρακτα ταυτόχρονα, αποφασίζει κάποια στιγμή στη ζωή του να βάλει επαγγελματισμό στη σχέση του με το κοινό, για να παρέχει τις υπηρεσίες του σε όποιον τις χρειαστεί και σε όποιον αναγνωρίζει την ποιότητά του.
Δεν παύει να είναι επαγγελματίας ο freelancer, αλλά χωρίς τα αρνητικά παρελκόμενα αυτής της λέξης. Είναι σωστός στις υποχρεώσεις και τις προθεσμίες του, πιστός στα θέλω των ανθρώπων που τον εμπιστεύονται και τελειομανής με το έργο προς παράδοση. Όλα αυτά σε συνάρτηση με την αληθινή αγάπη που τρέφει για τη φωτογραφία και το διαρκές άγχος να παραμείνει αρεστό το έργο του στο εκάστοτε κοινό του. Με την τιμή όμως τι γίνεται;
Το μόνο σίγουρο είναι ότι αν προσλάβετε κάποιο φωτογράφο και δεν απευθυνθείτε σε κάποιο γραφείο, η τιμή θα είναι σαφώς χαμηλότερη από αυτή που θα σας ζητούσε το γραφείο. Αν δεν είναι, τότε θα πρέπει να εξετάσετε αυτή τη διαφορά και να διαπιστώσετε αν η κοστολόγηση τη δουλειάς του φωτογράφου, αντικατοπτρίζει πράγματι την ποιότητά του. Αν όχι, τότε αναζητήστε άλλον και αφήστε άλλους να κλείσουν το “κελεπούρι”. Είναι όμως κανόνας συνήθως ότι οι freelancers “χαλάνε την πιάτσα” με τις χαμηλές τιμές που παρέχουν και γι’αυτό το λόγο απαξιώνονται πλήρως από τους αιώνιους γραφειοκράτες φωτογράφους businessmen.
Σε καμία περίπτωση, παρ’όλα αυτά δεν αγιοποιώ με αυτό μου το κείμενο όλους τους freelancers. Υπάρχουν και αδιάφοροι φωτογράφοι που ασχολούνται με την τέχνη απλά για να βάζουν λεζάντα στον εαυτό τους ή και γιατί θεωρούν ότι είναι της μόδας και ίσως έτσι καταφέρουν να βγάλουν πολλά χρήματα. Αυτούς θα πρέπει να προσέξετε στην αναζήτησή σας και να φιλτράρετε όσα ακούτε, για να μείνετε στο τέλος ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα, αλλά και για να διασκεδάσετε στο έπακρο την διαδικασία-ιεροτελεστία της φωτογράφισης.
Κωστής Μπακόπουλος
]]>Η φωτογραφία είναι χαρά, είτε την κάνεις για προσωπική σου ευχαρίστηση είτε την κάνεις για την ευχαρίστηση των άλλων, των φωτογραφιζομένων ας πούμε. Ο καθένας μπορεί να φωτογραφίσει, άλλος καλύτερα κι άλλος χειρότερα. Προικισμένοι και τυχεροί είναι αυτοί που συλλέγοντας ικανοποίηση για τον εαυτό τους, δύνανται ταυτόχρονα να προσφέρουν χαρά σε όσους βλέπουν τα έργα τους.
Οι φωτογραφίες μου αφορούν τα πάντα. Είναι ό,τι μου κάνει εντύπωση κι εμπίπτει στο οπτικό μου πεδίο. Δεν ανήκω σε αυτούς που κυκλοφορούν στα ταξίδια τους, για παράδειγμα, με τη φωτογραφική μηχανή ανά χείρας, πυροβολώντας με καρέ χωρίς σταματημό. Φωτογραφίζω όποτε νιώθω και όπως νιώθω, μόνος ή με καλή παρέα, συνήθως μη φωτογραφική. Δεν είναι απαραίτητο να είναι κάτι χτυπητό αυτό που θα μου κεντρίσει το ενδιαφέρον, ίσως είναι κάτι που ελάχιστα μάτια το αντιλαμβάνονται όπως τα δικά μου μάτια. Οι «όμορφες» φωτογραφίες είναι μέρος αυτού που κάνω, τα τοπία, τα γλυκά χρώματα και η παλέτα της φύσης δεν είναι δυνατό να με αφήσουν ασυγκίνητο. Αυτό όμως που με στοιχειώνει, είναι συνήθως μία εικόνα δοσμένη μέσα από το φακό με έναν τρόπο μοναδικό, περνώντας από τη σφαίρα του ανύπαρκτου στη θέωση της αθανασίας. Απαθανατίζω που λέμε, αυτά που θέλω να έχω στο θυμικό μου και αυτά που πιστεύω ότι πρέπει να μοιραστώ μαζί σας.
Στις δικές μου φωτογραφίες δε θα δείτε στεγανά και όρια, δε νομίζω ότι ωφελούν κάπου. Εξάλλου αν ακολουθούμε κατά γράμμα αυτά που διδασκόμαστε στην τέχνη, τότε αυτή καταντά μανιέρα και αυτομάτως αυτοαναιρείται. Γι’ αυτό το λόγο, θα δείτε τεχνικά σφάλματα, ή ακόμα και τραγικά αποτελέσματα στην επεξεργασία ή και στη λήψη, σύμφωνα με κάποιους. Αυτά τα σφάλματα είναι που αγαπώ πιο πολύ κι από τα θετικά μου σημεία, αφού αυτά με κάνουν να παρεκκλίνω, να αντιλαμβάνομαι και να εξελίσσομαι ως φορέας εικόνων. Αυτά που κάποιοι μπορεί να αφορίζουν είναι αυτά που με κάνουν φωτογράφο. Μοναδικό μου μέλημα παραμένει να ξεγυμνώνομαι άτεχνα ή και ανεπιτήδευτα περίτεχνα δημόσια μέσα από τις φωτογραφίες μου, με την πεποίθηση ότι καταφέρνω αυτή τη γύμνια μου να την κάνω έκφραση και να μεταφέρω τα συναισθήματα που με διακατέχουν σε κάθε φωτογραφική μου έκφανση.
Κωστής Μπακόπουλος
]]>Η φιλοσοφία μου λοιπόν, όταν κάποιος με τιμά με το να μου αναθέσει το γάμο του είναι ότι οφείλω να σεβαστώ κάθε στιγμή, κάθε επιθυμία και κάθε συμμετέχοντα στο μυστήριο και σε όσα διαδραματίζονται πριν και μετά από αυτό. Θεωρώ ότι το αποτέλεσμα θα είναι το καλύτερο δυνατό εάν η συνεργασία με το ζευγάρι γίνεται “με κλειστά μάτια” και χωρίς πολλά λόγια. Ο φωτογράφος δεν έχει ούτε το δικαίωμα, ούτε την υποχρέωση να αναλάβει το ρόλο του οργανωτή είτε κατά την προετοιμασία είτε μετά από το γάμο. Το ζευγάρι θα απολαύσει τις στιγμές του και ο φωτογράφος θα τους προσφέρει τις καλύτερες εικόνες, χωρίς φειδώ και χωρίς να χρεώνει κάθε κλικ που θα κάνει. Η γνωριμία με το ζευγάρι και η συζήτηση σχετικά με το επιθυμητό αποτέλεσμα θα πρέπει να γίνεται κάποιες ημέρες πριν από τη μεγάλη μέρα, ενώ εκείνη την ημέρα, αυτά που ζητά ο φωτογράφος θα είναι λογικά κι ελάχιστα. Τα δεδομένα λαμβάνονται υπόψιν, ο φωτογράφος δεν παγώνει τη ροή των γεγονότων, δεν έχει άποψη σχετικά με τα παρελκόμενα και δε δικαιούται να έχει αντιρρήσεις σε ό,τι επιθυμούν τα πιο σημαντικά πρόσωπα της ημέρας, το ζευγάρι.
Όσον αφορά τα τεχνικά, στα “marry me” projects φωτογραφίζω πάντα έχοντας στη διάθεσή μου τουλάχιστον δύο φωτογραφικές μηχανές, κυρίως για ασφάλεια, ενώ οι φωτογραφίες αποθηκεύονται στην κάρτα μνήμης σε αρχεία RAW, αρχεία που επιτρέπουν τη μέγιστη αξιοποίηση του αισθητήρα της φωτογραφικής μηχανής και, κατά συνέπεια, παράγουν ποιοτικό αποτέλεσμα σε εικόνα. Τα αρχεία RAW χρήζουν επεξεργασίας σε κάθε περίπτωση, σε αντίθεση με τα JPEG, τα οποία μπορεί κάποιος να τα χρησιμοποιήσει σχεδόν ανεπεξέργαστα και να τα παραδώσει σε όποια κατάσταση βρίσκονται, αφού οι φωτογραφίες που έχουν αποθηκευτεί σε JPEG δεν επιδέχονται μεγάλες διορθώσεις, ειδικά σχετικά με το φωτισμό, τα χρώματα και την καθαρότητα. Προσωπικά χρησιμοποιώ πάντοτε RAW αρχεία και όχι μόνο στους γάμους, ενώ επεξεργάζομαι μία προς μία τις φωτογραφίες που έχω τραβήξει σε έναν γάμο. Αν σκεφτούμε ότι σε κάθε περίπτωση τραβώ περίπου 2.000 φωτογραφίες, μπορούμε να αντιληφθούμε πόση προσοχή επενδύεται στην επεξεργασία έπειτα.
Ακόμη φροντίζω, όταν παραδώσω τα ψηφιακά αρχεία στους νεονύμφους, να τους παρέχω όλες ανεξαιρέτως τις φωτογραφίες που τραβήχτηκαν σε ψηφιακή μορφή και σε πλήρη ανάλυση και όχι απλά σε μικρογραφίες. Περιέρχονται λοιπόν στους δικαιούχους όλες οι φωτογραφίες και χωρίς να υπάρχει η δέσμευση με το φωτογράφο ή παραπάνω χρέωση αν επιθυμούν να αποκτήσουν πολλές φωτογραφίες. Εξάλλου τους ανήκουν εκ των προτέρων, πως μπορεί κάποιος να αισχροκερδεί πάνω σε αυτό;
Τέλος, η φωτογράφιση της επόμενης ημέρας, αν αποφασιστεί από το ζευγάρι, δίνει συνήθως πιο χαλαρές και ακόμα πιο αντιπροσωπευτικές εικόνες. Οι φωτογραφιζόμενοι συνήθως επιλέγουν το χώρο, ιδιαίτερα εάν βρίσκονται στον τόπο τους, ενώ εκείνοι ξεκαθαρίζουν με την επιλογή του χώρου αλλά και με όσα ζητούν, το στυλ που θα υιοθετηθεί. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες, αφού κάθε ζευγάρι είναι διαφορετικό και κάθε κλικ πρέπει να ταιριάζει στα χαρακτηριστικά του. Ρομαντικές, παιχνιδιάρικες, κλασικές, sexy ή ακόμα και rock εικόνες δημιουργούνται για να μείνουν ως αντίδοτο στο πέρασμα του χρόνου και να μας θυμίζουν πόσο όμορφα είχαμε περάσει εκείνες τις στιγμές.
Κλείνοντας, δε μπορώ παρά να εκθέσω και τα δικά μου συναισθήματα όταν μου ανατίθενται τέτοιες “δουλειές”. Προσωπικά φροντίζω να ζω κάθε στιγμή μέσα σε έναν γάμο, να προβλέπω μερικές κινήσεις των πρωταγωνιστών αλλά και να βρίσκομαι κοντά τους, να συμμετέχω στη χαρά τους για να καταφέρουμε όλοι μαζί να δώσουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε στις δικές τους αναμνήσεις.
Κωστής Μπακόπουλος
]]>


Πολύ συχνά, σχεδόν καθημερινά, περνώ οδηγώντας από το σημείο εκείνο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Εκεί που βρίσκεται το παλιό γήπεδο του Παναθηναϊκού, ενώ απέναντι δεσπόζει το δικαστικό μέγαρο, το νοσοκομείο Άγιος Σάββας και ανάμεσά τους ένα κτίριο που νομίζεις ότι είναι εγκαταλειμμένο, μέχρι να ρίξεις τη δεύτερη ματιά σου και να συλλάβεις το μέγεθος της ζωής που στεγάζει. Παιδιά που παίζουν, οικογένειες που μπαινοβγαίνουν από τις ετοιμόρροπες πόρτες, μετανάστες, άστεγοι που έχουν στήσει αυτοσχέδια παραπήγματα τριγύρω.
Όλα αυτά παρατήρησα όταν αποβιβάστηκα και αποφάσισα πεζός για πρώτη φορά στη ζωή μου, να εξερευνήσω το χώρο πια, τα προσφυγικά της Αλεξάνδρας. Ωθούμενος από την περιέργεια τόσων χρόνων αλλά και με αφορμή την ευκαιρία να κάνω λίγο πιο γνωστό το θέμα των “ξεχασμένων του κέντρου” μέσω του περιοδικού “Σχεδία”. Ήθελα λοιπόν πολύ μία δυνατή φωτογραφία για το φωτογραφικό δισέλιδο “Εστιάζω” του περιοδικού, με την επιμέλεια του οποίου είχα επιφορτιστεί.
Περιπλανήθηκα για ώρα ανάμεσα σε χορταριασμένους τοίχους, κάτω από μπαλκόνια που σου έδιναν την εντύπωση ότι μπορεί να γκρεμιστούν με τον πρώτο δυνατό άνεμο και υπό τα περίεργα βλέμματα κατοίκων και λιγοστών περαστικών που αντιμετώπιζαν ενστικτωδώς την περιέργεια του προσώπου μου και την φωτογραφική μου μηχανή, ως εισβολείς στο χώρο τους. Η δυνατή φωτογραφία που έψαχνα ήταν μέσα μου, ήταν η σύνθεση όλων των εικόνων που περνούσαν από τα μάτια μου περπατώντας ξανά και ξανά γύρω από τα προσφυγικά. Η αύρα που δίνει ο χώρος στο φωτογράφο αλλά και στον απλό επισκέπτη είναι τόσο έντονη, σα να ακούς ήχους από διάφορα μέρη του κόσμου και φωνές σε διάφορες γλώσσες, ακόμα κι αν δε μιλά πραγματικά κανείς.
Είδα άπορους, ανήμπορους ανθρώπους, Ασιάτες, Αφρικανούς αλλά και Βαλκάνιους, Τσιγγάνους, υπερήλικες. Είδα όμως και ανθρώπους της διπλανής μας πόρτας, Έλληνες, αρτιμελείς, με οικογένειες ή και μόνους. Το μεσημέρι τους έδειχνε να είναι εντελώς φυσιολογικό κι ας ζουν σε αυτά τα κτίρια που στέκονται εκεί από το 1935 περίπου. Ας έχουν σπασμένα παράθυρα τα σπίτια τους κι ας είναι ανοιχτές μόνιμα οι υποτυπώδεις εξώπορτες, με όποιο κίνδυνο αυτό συνεπάγεται για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Δεν είναι ο υπόκοσμος, είμαστε εμείς οι ίδιοι που ζούμε εκεί.
Αυτό το συμπέρασμα με κάνει να αναρωτιέμαι ακόμα περισσότερο για ποιο λόγο το κράτος, η πολιτεία και οι φορείς έχουν ρίξει στον Καιάδα όσους ζουν εκεί, προφανώς επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να κατοικήσουν αλλού. Containers και πλινθόκτιστα στα οποία μπορείς ακόμα να διακρίνεις τις τρύπες από τις σφαίρες των Δεκεμβριανών του 1944, γίνονται φωλιές ονείρων παιδιών σαν τα δικά μας και νέων όπως εμείς. Και μάλιστα, στο κέντρο της πρωτεύουσας…
Μετά τους κύκλους που έκανα, αποφάσισα να σηκώσω τη μηχανή και να αρχίσω να μαζεύω εικόνες. Δεν πρόλαβα να τραβήξω όσες φωτογραφίες ήθελα για να δώσω ολοκληρωμένη αυτή την αύρα του χώρου που περιέγραψα παραπάνω. Ο φρουρός του δικαστικού μεγάρου με πλησίασε, με ρώτησε για ποιο λόγο φωτογραφίζω και μου ζήτησε ευγενικά να απομακρυνθώ, καθώς “τόσες κάμερες και τόσοι φρουροί βλέπουν ότι φωτογραφίζω και δεν είναι σωστό”.
Κωστής Μπακόπουλος
]]>