Οι αδελφές Όουενς έχοντας σπάσει μόνο ένα μέρος της κατάρας που τις θέλει να ”χάνουν” με τραγικά θανάσιμο τρόπο όποιον ερωτεύονται, η Σάλι έχει σβήσει από την μνήμη των δύο κοριτσιών της οποιαδήποτε μαγική ανάμνηση και η ίδια έχει σχεδόν απαρνηθεί τις ικανότητες της, σε αντίθεση με την Τζίλιαν που προσπαθεί να αποφύγει την κατάρα. Όταν η νεαρή Κάιλι ερωτευτεί τον συμφοιτητή της Γκίντεον, η κατάρα θα ξαναχτυπήσει και οι σκοτεινές δυνάμεις θα προσπαθήσουν όχι μόνο να χωρίσουν την οικογένεια αλλά και με την βοήθεια ενός παντοδύναμου βιβλίου να καταστρέψουν την οικογένεια Όουεν.
28 χρόνια μετά από τα πρώτα ΜΑΓΙΚΑ ΦΙΛΤΡΑ του 1998, μία ρομαντική κομεντί φαντασίας που μπορεί να χτυπήθηκε από τους κριτικούς και να μην έφερε τα χρήματα της πίσω παρά την παρουσία της Νικόλ Κίντμαν και της Σάντρα Μπούλοκ, όμως η ταινία στο πέρασμα του χρόνου κατάφερε να αποκτήσει μία cult διάσταση και να αγαπηθεί από μία μερίδα κοινού, οδηγώντας στο σήμερα σε αυτή την ευπρόσδεκτη συνέχεια σε σκηνοθεσία της Σούζαν Μπίερ που επίτηδες δείχνει να σκηνοθετεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα γυριζόταν η συνέχεια της ένα χρόνο μετά το πρωτότυπο. Πόντοι για την νοσταλγική διάθεση των συγκεκριμένων ρομαντικών κωμωδιών τύπου Σάββατο μεσημέρι, απόλαυση να βλέπεις τις Μπούλοκ και Κίντμαν σε κόντρα αγάπης και φυσικά τις Νταιάν Γουίστ και Στόκαρντ Τσάνινγκ να δίνουν σεναριακά έξυπνα την σκυτάλη στις δύο ηθοποιούς εφόσον ήρθε η ώρα τους να γίνουν…θείες.
Σεναριακά η ταινία σε πολλά σημεία καταφεύγει σε απαράδεκτες σεναριακές ευκολίες, τα δύο νεα κορίτσια και το ρομάντζο είναι απλά τροχός για να βρεθεί το καστ στο Λονδίνο προκειμένου να λυθεί η κατάρα, η Νικόλ Κίντμαν με την Σάντρα Μπούλοκ διαθέτουν την χημεία αν και οι διάλογοι ήθελαν λίγο δουλειά παραπάνω (οι ηθοποιοί σηκώνουν την ταινία στους ώμους τους και αυτό φαίνεται στην ερμηνεία τους σε σημείο αυτοσχεδιασμού), αυτή όμως η ευκολία και η ελαφρότητα είναι που κάνουν την ταινία διασκεδαστική. Η τελική αναμέτρηση είναι γραμμένη στο πόδι αλλά και πάλι δεν ενοχλεί.
Συμπαθητικά και ανάλαφρα τα ΜΑΓΙΚΑ ΦΙΛΤΡΑ 2 επωφελούνται ξεκάθαρα από τις δύο ηθοποιούς και το ταπεραμέντο τους, δεν προσθέτουν τίποτα καινούργιο κινηματογραφικά αντιθέτως γυρίζουν τους δείκτες στα τέλη των 90s και έτσι αποφεύγουν την οποιαδήποτε…κατάρα.
Η ταινία κυκλοφορεί 10 ΣεπτεμBρίου σε διανομή TANWEER
Σε ένα απομονωμένο ψαροχώρι ένα μυστηριώδες πλάσμα αρχίζει να σκορπάει τον τρόμο. Δίχως να ξέρουν περί τίνος πρόκειται, ο διοικητής της αστυνομίας και η νεαρή υπαρχηγός μαζί με μία ομάδα κυνηγών ντόπιων θα αποφασίσουν να λύσουν το μυστήριο και ένα ξέφρενο κυνηγητό θα ξεκινήσει το οποίο θα αποκαλύψει κάτι πραγματικά που ξεφεύγει από οποιαδήποτε φαντασία…
Και θα προσθέταμε πως ξεφεύγει και από κάθε μέτρο. Από την Νότια Κορέα το HOPE το οποίο μάλιστα έκανε την εμφάνιση του και στο διαγωνιστικό τμήμα του τελευταίου Φεστιβάλ Καννών, είναι ένα περιπετειώδες blockbuster διάρκειας σχεδόν 3 ωρών, με την κλασική σφραγίδα της Ανατολικής πλευράς του πλανήτη, που σημαίνει απολύτως κανένα μέτρο. Αν και η πρώτη ώρα είναι παραδειγματική ως προς την εισαγωγή στην υπόθεση και στο σταδιακό χτίσιμο της απειλής (στα 55 λεπτά της ταινίας βλέπουμε επιτέλους το τέρας της ταινίας),η εξέλιξη της ταινίας είναι ένα λούνα παρκ από κυνηγητά με άλογα, καταστροφές, μάχες, πυροβολισμούς, τα οποία μπορεί να προσφέρουν την διασκέδαση του blockbuster αλλά από ένα σημείο και μετά αρχίζουν να κουράζουν με την υπερβολική διάρκεια (μέτρησα κυνηγητό με αμάξια διάρκειας 12 λεπτών).
Σεναριακά η ταινία, χωρίς να θέλω να κάνω spoilers, έχει τις αρετές της ως προς τι ακριβώς είναι αυτό το πλάσμα (και τι υπάρχει πίσω από αυτό), το χιούμορ υπάρχει άφθονο στην ταινία χωρίς όμως ευτυχώς να είναι γυμνασιακού επιπέδου, τα εφέ είναι σε σημεία θεαματικά (ιδίως στην τελευταία ώρα της ταινίας), και η σκυτάλη δίνεται κατευθείαν στον θεατή για να κάνει τον δικό του αγώνα δρόμου για τρεις ώρες, με μία κατά μέτωπο επίθεση στην αδρεναλίνη (αλλά και στην υστερία). Σε ρόλους….αγνώριστους και ο Μάικλ Φασμπέντερ με την Αλίσια Βικάντερ που ίσως και να επιστρέψουν, εφόσον το φινάλε της ταινίας αφήνει περιθώρια συνέχειας.
Επικό γουέστερν μπλοκμπάστερ φαντασίας από την Νότια Κορέα, το HOPE είναι ένα rollercoaster διασκέδασης αλλά και έλλειψης κάθε μέτρου, που δείχνει να μην ξέρει πως να φρενάρει, εντυπωσιάζει σε σημεία αλλά ταυτόχρονα προκαλεί και κρανιοεγκεφαλική κάκωση φασαρίας και υστερίας. Πλας ένα φινάλε που νόμιζα πως έβλεπα φινάλε του AVATAR. Της Κορέας….
Η ταινία κυκλοφορεί 10 Σεπτεμβρίου σε διανομή CINOBO
Στον Μισισιπή της δεκαετίας του ΄60 και ενώ η ΚΟΥ ΚΛΟΥΞ ΚΛΑΝ δρα ανενόχλητη με τις ευλογίες της αστυνομίας, ένας νεαρός αφροαμερικάνος πράκτορας του FBI αναγκάζεται να συνεργαστεί με έναν εκτελεστή της Μαφίας που χρησιμοποιεί λίγο ανορθόδοξες μεθόδους για να αποσπάσει την αλήθεια, προκειμένου να εξιχνιάσει την δολοφονία ενός μαύρου επιχειρηματία της περιοχής που είχε προσφερθεί να πληρώσει τον φόρο 2 δολαρίων που υπέβαλε η κυβέρνηση σε κάθε μαύρο που ήθελε να ψηφίσει.
Σε σκηνοθεσία Ελέγκανς Μπράτον που το 2022 είχε κάνει αίσθηση με το φεστιβαλικό The Inspection, πάντα με θεματική…μαύρη, το BY ANY MEANS είναι μία αστυνομική περιπέτεια δράσης και βίας που ποντάρει σε ένα γνώριμο και χιλιοειπωμένο θέμα (εκτός από την δράση της ΚΟΥ ΚΛΟΥΞ ΚΛΑΝ και του white trash οπαδούς της και το μαύρος νέος του fbi συνεργάζεται με έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα) αλλά τολμάει να το…εμπλουτίσει με υπερβολική δόση βίας δια χειρός Μαρκ Γουόλμπεργκ που δείχνει να διασκεδάζει αφάνταστα στον ρόλο του και να κάνει ερμηνευτική βόλτα στην ταινία, σε αντίθεση με τον πρωταγωνιστή Γιαχία Αμπντούλ Ματίν που ολίγον ζορίζεται για να αποδώσει το φοβισμένος μαύρος που σταδιακά θα βρει το θάρρος να διεκδικήσει και να πολεμήσει.
Η χρήση υπερβολικής βίας έπειτα από ένα σχεδόν ”ανυπόφορο” από την άποψη ξύλου εναρκτήριο πεντάλεπτο, θα επαναληφθεί προς το φινάλε με τον Μαρκ Γουόλμπεργκ να κλέβει την παράσταση ξανά, αλλά στο ενδιάμεσο η ροή της ταινίας ακροβατεί ανάμεσα στο buddy road movie, στις ανησυχίες της συζύγου του μαύρου αστυνομικού που μοιάζει συνέχεια να έχει βγει από video clip των En Vogue και σε ένα κεντρικό γραφείο του FBI με τον Τζος Λούκας και τον Ντέηβιντ Στράθερν σε ασήμαντα γραμμένους ρόλους. Μία μικρή έκπληξη έρχεται στο φινάλε με το τραγούδι BY ANY MEANS που είναι όλη η ταινία σε ένα τραγούδι, δημιουργία της Νταιάν Γουόρεν και μπορεί να τσιμπήσει και την υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Αστυνομική περιπέτεια επιπέδου STAR Κυριακή βράδυ το ΜΕ ΚΑΘΕ ΚΟΣΤΟΣ σώζεται από τον Μαρκ Γουόλμπεργκ, ξαφνιάζει σε σημεία με την βία του, μας δείχνει πράγματα που έχουμε ξαναδεί (βασίζεται πάλι σε πραγματικά γεγονότα) αλλά παρακολουθείτε άνετα για να ξεχαστεί χωρίς κανένα κόστος από τον θεατή. Κρατήσαμε το τραγούδι τέλους και την EN VOGUE σύζυγο Νικόλ Μπεχάρι.
Η ταινία κυκλοφορεί 10 Σεπτεμβρίου σε διανομή Spentzos Film
Η τελευταία ταινία μυθοπλασίας του Werner Herzog έκανε την πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό Τμήμα της 83ης Mostra del Cinema di Venezia, διχάζοντας το κοινό με την εκκεντρική ιστορία της και την απρόβλεπτη αφηγηματική της διαδρομή. Στο Bucking Fastard, ο Γερμανός σκηνοθέτης δημιουργεί έναν κόσμο που μοιάζει να λειτουργεί με τη δική του, παράδοξη λογική, κάπου ανάμεσα στην πραγματικότητα και το παραμύθι. Η αφετηρία του, αυτή τη φορά, δεν είναι κάποιος μακρινός, εξωτικός τόπος ή μια ακραία
ανθρώπινη περιπέτεια, αλλά δύο αδελφές που έχουν αποφασίσει να ζήσουν σαν να αποτελούν ένα και μοναδικό πλάσμα.
Η Jean και η Joan Holbrooke μιλούν ταυτόχρονα, κινούνται συγχρονισμένα, ολοκληρώνουν η μία τις φράσεις της άλλης, ντύνονται το ίδιο, μοιράζονται ακόμη και τα όνειρα και τις ερωτικές τους επιθυμίες. Η Kate και η Rooney Mara, αδελφές και στην πραγματική ζωή, μετατρέπουν αυτή την παράξενη συνθήκη σε ένα από τα πιο γοητευτικά επιτεύγματα της ταινίας.
Η ιστορία, εμπνευσμένη από τις δίδυμες Freda και Greta Chaplin, ξεκινά σαν μια αλλόκοτη δικαστική κωμωδία. Οι δύο γυναίκες βρίσκονται στο εδώλιο ύστερα από την καταγγελία του γείτονά τους Gareth Mulroney (Orlando Bloom), με τον οποίο είχαν συνάψει μια σύντομη ερωτική σχέση. Για εκείνον ήταν ένα περιστασιακό σεξουαλικό επεισόδιο, για τις δύο αδελφές, όμως, ήταν έρωτας. Ένας έρωτας απόλυτος, αιώνιος, κοινός και αδιαίρετος. Όταν ο Mulroney αποφασίζει να παντρευτεί μια άλλη γυναίκα, η αδυναμία τους να αποδεχτούν την απώλεια οδηγεί σε πράξεις εκδίκησης και παρενοχλήσεις που τελικά τις φέρνουν αντιμέτωπες με τον νόμο. Ήδη από τις πρώτες σκηνές ο Herzog δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί μια ρεαλιστική ιστορία. Ο κόσμος του Bucking Fastard μοιάζει ελαφρώς αποκομμένος από την πραγματικότητα, σαν να τον βλέπουμε μέσα από το παραμορφωτικό φίλτρο ενός παραμυθιού. Η ίδια η σχέση των δύο γυναικών βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της παραμόρφωσης. Δεν είναι απλώς δυο αδελφές πολύ δεμένες μεταξύ τους, μοιάζουν να έχουν καταργήσει τα όρια ανάμεσα στο εγώ και το εμείς. Ο Herzog αρνείται να τις αντιμετωπίσει σαν κάτι αξιοπερίεργο ή σαν αντικείμενο χλευασμού. Η συμπεριφορά τους μπορεί να προκαλεί γέλιο, οι αντιδράσεις τους συχνά αγγίζουν το παράλογο και οι πράξεις τους ξεπερνούν τα όρια του αποδεκτού, όμως ο σκηνοθέτης τις παρατηρεί με μια απροσδόκητη τρυφερότητα, αφήνοντας να διαφανεί πίσω από την εκκεντρικότητά τους μια βαθιά ανάγκη: να βρουν έναν τόπο όπου θα μπορούν να υπάρξουν χωρίς να χρειάζεται να αποχωριστούν η μία την άλλη. Αυτό κάνει τη σχέση τους πιο συγκινητική απ’ όσο ίσως προϊδεάζει η εκκεντρική επιφάνεια της ιστορίας. Η πίστη τους στον έρωτα, όσο παράλογη κι αν μοιάζει, έχει κάτι σχεδόν αγνό. Δεν υπάρχει στρατηγική στη διεκδίκησή τους ούτε πραγματική επίγνωση των συνεπειών των πράξεών τους, υπάρχει μόνο η ακλόνητη πεποίθηση ότι, αν αγαπούν κάποιον, αυτός ο έρωτας δεν μπορεί παρά να είναι αιώνιος. Πρόκειται για μια πίστη σχεδόν τρελή, αλλά ταυτόχρονα αγνή. Μέσα σε έναν κόσμο που τις παρατηρεί και τις κρίνει, εκείνες επιμένουν στη δική τους λογική.
Μετά τη δίκη, η ταινία εγκαταλείπει σταδιακά τη σχετικά συμπαγή αφηγηματική της αφετηρία και αρχίζει να περιπλανιέται. Οι αδελφές μετακομίζουν, συναντούν ανθρώπους που άλλοτε προσπαθούν να τις προστατεύσουν και άλλοτε τις αντιμετωπίζουν ως αξιοπερίεργο, ενώ ένας κοινωνικός λειτουργός, ο Timothy, επιχειρεί να τις βοηθήσει να αποκτήσουν έναν βαθμό αυτονομίας. Οι μικρές καθημερινές σκηνές στις οποίες προσπαθούν να κάνουν ακόμη και τις πιο απλές δουλειές μαζί, όπως να ανοίξουν μια κονσέρβα ή να χρησιμοποιήσουν την ίδια ηλεκτρική σκούπα, είναι συχνά πιο αποκαλυπτικές από τις μεγάλες αφηγηματικές στροφές. Σε αυτές τις σκηνές το Bucking Fastard γίνεται συγκινητικό. Τα δύο σώματα λειτουργούν σαν ένα, όχι επειδή κάποιος τα υποχρεώνει, αλλά επειδή οι ίδιες δεν γνωρίζουν άλλον τρόπο ύπαρξης. Η προσπάθεια του Timothy να τις κάνει πιο ανεξάρτητες μοιάζει σχεδόν με επίθεση στην ίδια την ταυτότητά τους. Για τον έξω κόσμο η σχέση τους μπορεί να θεωρείται προβληματική· για εκείνες, όμως, είναι ο μόνος τρόπος να αισθάνονται
ολοκληρωμένες.
Σε αυτό το σημείο γίνεται ακόμη πιο εμφανής η αξία των ερμηνειών της Kate και της Rooney Mara. Η απόλυτη συγχρονικότητά τους δεν είναι απλώς ένα ευρηματικό σκηνοθετικό εύρημα, απαιτεί εντυπωσιακή σωματική και φωνητική πειθαρχία, καθώς οι δύο ηθοποιοί μιλούν, κινούνται και αντιδρούν σαν να μοιράζονται ένα κοινό νευρικό σύστημα. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ομοιότητα καταφέρνουν να διατηρήσουν μικρές διαφοροποιήσεις. Η Rooney είναι συχνά πιο συγκρατημένη στις εκφράσεις της, ενώ η Kate αφήνει το γέλιο και τις χειρονομίες να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση. Το αποτέλεσμα είναι ταυτόχρονα κωμικό, παράξενο και βαθιά ανθρώπινο. Και όσο η ταινία απομακρύνεται από την καθημερινότητα, τόσο περισσότερο αφήνεται στη φαντασία. Όταν οι δύο αδελφές εγκαθίστανται στην εξοχή, δίπλα στον λόφο Keshcorran, ανακαλύπτουν μια σπηλιά και αποφασίζουν να σκάψουν ένα τούνελ που, σύμφωνα με έναν παλιό θρύλο, θα μπορούσε να τις οδηγήσει μέχρι τα Orkney. Η ιδέα είναι ταυτόχρονα αφελής και μεγαλειώδης: δεν αναζητούν απλώς έναν άλλο τόπο· αναζητούν έναν άλλο κόσμο, ένα είδος προσωπικής Αρκαδίας όπου θα μπορούν επιτέλους να ανήκουν.
Στη δεύτερη αυτή ενότητα το Bucking Fastard απογειώνεται προς το φαντασιακό. Η σπηλιά γίνεται κάτι περισσότερο από έναν φυσικό χώρο: μοιάζει με την υλική απεικόνιση του εσωτερικού κόσμου των δύο γυναικών, ένα πέρασμα προς μια πραγματικότητα που δεν υπακούει στους κοινούς κανόνες. Η κάμερα του Peter Zeitlinger κινείται στους υπόγειους χώρους με μια αίσθηση περιπλάνησης που θυμίζει ορισμένα από τα σημαντικότερα ντοκιμαντέρ του Herzog, δεν ενδιαφέρεται μόνο να καταγράψει έναν τόπο, αλλά να τον
μετατρέψει σε εμπειρία, σε χώρο μνήμης, ονείρου και φυγής. Κι όμως, ακριβώς τη στιγμή που η ταινία μοιάζει έτοιμη να εγκαταλείψει οριστικά την πραγματικότητα και να βυθιστεί στον μύθο, ο Herzog επιλέγει να διακόψει αυτή τη μαγεία. Η σπηλιά δεν παραμένει ένα άγνωστο, μυστηριώδες βασίλειο. Η ταινία μας υπενθυμίζει πού βρισκόμαστε,αποκαλύπτοντας με σαφήνεια τον πραγματικό χώρο και τη σχέση του με την τουριστική του αξιοποίηση. Είναι μια ενδιαφέρουσα αλλά και απομυθοποιητική χειρονομία: εκεί όπου θα
μπορούσαμε να παραμείνουμε στο όνειρο, ο Herzog επιμένει να μας επιστρέψει στην υλικότητα του κόσμου. Ίσως αυτή η διαρκής μετατόπιση να αποτελεί ταυτόχρονα την αδυναμία και τη γοητεία του Bucking Fastard. Η ταινία δεν ακολουθεί μια ξεκάθαρη πορεία και ορισμένες ιδέες μοιάζουν να εγκαταλείπονται πριν ολοκληρωθούν. Δεν γνωρίζουμε πάντοτε προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η αφήγηση. Από την άλλη, αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα επιτρέπει στον Herzog να περιπλανηθεί ελεύθερα ανάμεσα στην κωμωδία, το παραμύθι, τη μελαγχολία και το παράλογο.
Στο τέλος, αυτό που μας μένει δεν είναι τόσο η πλοκή όσο η εικόνα δύο γυναικών που αρνούνται πεισματικά να εγκαταλείψουν η μία την άλλη. Ο κόσμος τις θεωρεί παράξενες, τις παρακολουθεί, τις εκμεταλλεύεται και προσπαθεί να τις διορθώσει ή να τις χωρίσει, εκείνες, όμως, επιμένουν στη δική τους εκδοχή της αγάπης. Μπορεί να είναι παράλογη, αδύνατη και απολύτως ασύμβατη με την πραγματικότητα, εχει όμως κάτι βαθιά ανθρώπινο και, μέσα στην τρέλα της, απροσδόκητα αγνό. Μπορεί το Bucking Fastard να μην ξέρει πάντα πού πηγαίνει· ξέρει όμως πολύ καλά τι υπερασπίζεται: το δικαίωμα δύο ανθρώπων να επιμένουν στη δική τους εκδοχή της αγάπης.
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά του Ink, της ταινίας του Danny Boyle για την αναμόρφωση της βρετανικής εφημερίδας The Sun, γίνεται σαφές ότι ο σκηνοθέτης δεν επιδιώκει μια ρεαλιστική απεικόνιση της ιστορίας. Αντίθετα, υιοθετεί μια έντονα εξπρεσιονιστική σκηνοθετική γραφή, παραμορφώνοντας την εικόνα και αποσταθεροποιώντας τον χώρο, ενώ η κάμερα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Χαρακτηριστική είναι η πρώτη συνάντηση του Rupert Murdoch με τον Larry Lamb, σε ένα εστιατόριο της Fleet Street, της περίφημης λονδρέζικης αρτηρίας όπου βρίσκονταν οι έδρες των σημαντικότερων εφημερίδων της βρετανικής πρωτεύουσας. Η συζήτησή τους αποτυπώνεται μέσα από έντονα κεκλιμένα κάδρα, με τον χώρο να μοιάζει σαν να έχει χάσει τον σταθερό του άξονα. Η επιλογή αυτή δεν λειτουργεί απλώς ως ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό εύρημα: προαναγγέλλει συμβολικά τον κόσμο στον οποίο πρόκειται να κινηθούν οι δύο άντρες, ένα διαρκώς ασταθές έδαφος όπου οι κανόνες της δημοσιογραφίας, η προσωπική φιλοδοξία και τα όρια ανάμεσα στην είδηση και το θέαμα θα δοκιμαστούν μέχρι τα άκρα.
Το Ink, που εγκαινίασε το φετινό διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Βενετίας, μας μεταφέρει στο 1969, όταν ο Αυστραλός μεγιστάνας των μέσων Rupert Murdoch αγοράζει την παραπαίουσα Sun και προσλαμβάνει τον Larry Lamb ως διευθυντή σύνταξης. Ο στόχος είναι σαφής: να ξεπεράσει την αντίπαλη Daily Mirror και να μετατρέψει μια εφημερίδα με χαμηλή κυκλοφορία σε εκδοτικό φαινόμενο. Για τον Lamb, όμως, το εγχείρημα έχει και μια βαθιά προσωπική διάσταση. Προερχόμενος από την εργατική τάξη και έχοντας γνωρίσει από κοντά τον αποκλεισμό από την ελίτ της Fleet Street, βλέπει στη Sun την ευκαιρία να ανατρέψει τους κανόνες ενός παιχνιδιού που μέχρι τότε παιζόταν χωρίς αυτόν.
Ο Boyle μετατρέπει αυτή την ιστορία σε μια ξέφρενη, ασταμάτητη κινηματογραφική εμπειρία. Ταχύτατο μοντάζ, απότομα zoom, flash-forward, κεκλιμένες γωνίες λήψης, έντονα χρώματα, ηχητικά εφέ και ένα διαρκώς παλλόμενο, σχεδόν punk soundtrack δημιουργούν έναν καταιγιστικό ρυθμό, που δεν αφήνει σχεδόν ποτέ τον θεατή να πάρει ανάσα. Η αίσθηση είναι εκείνη μιας μηχανής που έχει ήδη τεθεί σε λειτουργία και δεν μπορεί πλέον να σταματήσει. Ακόμη και στις απλές συνομιλίες, η σκηνοθεσία βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, σαν να αρνείται να επιτρέψει στον θεατή μια στιγμή ανάπαυσης. Κάμερα, μοντάζ και ήχος μοιάζουν να αναπαράγουν την ίδια την επιθετικότητα του ταμπλόιντ: όλα πρέπει να είναι πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο προκλητικά.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της ταινίας. Ο Boyle δεν μας ζητά εξαρχής να καταδικάσουμε τον Lamb. Αντίθετα, μας παρασύρει στη δική του μέθη. Η δημιουργία της νέας Sun κινηματογραφείται με τον ρυθμό μιας ταινίας δράσης: ο Lamb συγκεντρώνει γύρω του μια ομάδα ανθρώπων που, όπως και ο ίδιος, μοιάζουν να μην έχουν πλέον πολλά να χάσουν. Είναι πρόθυμοι να ρισκάρουν, να αμφισβητήσουν τους καθιερωμένους κανόνες και να αναζητήσουν μια νέα γλώσσα για την εφημερίδα. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η Jules Davies, την οποία υποδύεται η Claire Foy, μια σημαντική συνεργάτιδα που συμμετέχει ενεργά στο εγχείρημα και προσθέτει μια διαφορετική οπτική σε έναν κατεξοχήν ανδροκρατούμενο κόσμο. Η μεταμόρφωση της Sun δεν παρουσιάζεται μόνο ως προσωπικός άθλος του Lamb, αλλά ως αποτέλεσμα μιας συλλογικής ενέργειας, ενός συνδυασμού φιλοδοξίας, δημιουργικότητας και αδιαφορίας για τα όρια. Η ομάδα ποντάρει στο σεξ, το σκάνδαλο, τον αθλητισμό και κάθε πιθανό τρόπο προσέλκυσης του αναγνώστη. Η επιτυχία είναι συναρπαστική ακριβώς επειδή οι μέθοδοι είναι τόσο αμφιλεγόμενες. Για λίγο, ο θεατής αισθάνεται κι ο ίδιος τη μέθη αυτού του θριάμβου.
Σε αυτό συμβάλλει αποφασιστικά ο Jack O’Connell. Η ερμηνεία του είναι το μεγάλο ατού της ταινίας. Ο Lamb του είναι επιθετικός, χυδαίος και αδίστακτος, αλλά ταυτόχρονα διαθέτει μια ακαταμάχητη ζωτικότητα. Ο O’Connell δεν υποδύεται έναν μονοδιάστατο κακό. Πίσω από την αλαζονεία και την επιθετικότητά του αφήνει να διαφανεί ένας άνθρωπος που θέλει πάση θυσία να αποδείξει την αξία του και να πάρει τη θέση που θεωρεί ότι του αρνήθηκε το κατεστημένο. Η γοητεία του χαρακτήρα γίνεται έτσι μέρος του ίδιου του προβλήματος: όσο περισσότερο τον παρακολουθούμε να κερδίζει, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε πόσο εύκολο είναι να παρασυρθούμε από τη λογική που η ταινία θέτει υπό αμφισβήτηση.
Απέναντί του, ο Guy Pearce υποδύεται έναν Murdoch λιγότερο καρικατουρίστικο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Ψυχρός, υπολογιστικός και συγκρατημένος, μοιάζει αρχικά να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την επιτυχία της εφημερίδας. Καθώς, όμως, οι ιδέες του Lamb γίνονται όλο και πιο ακραίες, ο Murdoch εμφανίζεται απρόσμενα ως η φωνή της περίσκεψης. Η σχέση των δύο ανδρών δεν εξελίσσεται, επομένως, σε μια απλή σύγκρουση καλού και κακού. Πρόκειται για μια ασταθή συμμαχία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που θέλουν να ανατρέψουν το κατεστημένο, χωρίς να συμφωνούν πάντοτε για το τίμημα.
Η ισορροπία αυτή διαταράσσεται οριστικά όταν η Muriel McKay, σύζυγος ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Murdoch, πέφτει θύμα απαγωγής. Για τον Lamb, ακόμη και μια τέτοια τραγωδία μπορεί να μετατραπεί σε είδηση και, κατ’ επέκταση, σε εργαλείο αύξησης της κυκλοφορίας. Σε αυτό το σημείο, η λογική του ταμπλόιντ αποκαλύπτει το πραγματικό της τίμημα: η ανθρώπινη τραγωδία παύει να αποτελεί γεγονός που απαιτεί σεβασμό και μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για την παραγωγή θεάματος. Εκεί όπου προηγουμένως η προκλητικότητα μπορούσε να μοιάζει σχεδόν με παιχνίδι, γίνεται πλέον φανερό ότι, αν τα πάντα μπορούν να μετατραπούν σε θέαμα, τίποτα δεν προστατεύεται από την εκμετάλλευση.
Ωστόσο, το Ink δεν είναι εξίσου πειστικό όταν εγκαταλείπει αυτή την αμφισημία και αρχίζει να μας υποδεικνύει το συμπέρασμά του. Η σύνδεση ανάμεσα στη Sun του Lamb και στη σημερινή κουλτούρα του clickbait και των social media είναι αναμφισβήτητη, όμως η ταινία την υπογραμμίζει τόσο έντονα στο φινάλε, ώστε κινδυνεύει να μετατρέψει μια σύνθετη ιστορική διαδικασία σε μια κάπως εύκολη σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Εκεί όπου προηγουμένως μας είχε κάνει να βιώσουμε τη γοητεία και την ηθική αστάθεια αυτού του κόσμου, στο τέλος μοιάζει να θέλει να μας υποδείξει τι ακριβώς πρέπει να σκεφτούμε.
Ωστόσο, αυτή η υπερβολή αποτελεί και μέρος της λογικής του ίδιου του Ink. Ο Boyle κινηματογραφεί τη γέννηση του ταμπλόιντ χρησιμοποιώντας τα δικά του όπλα: υπερβολή, ταχύτητα, σοκ, ένταση και ακατάπαυστο θέαμα. Η ταινία δεν στέκεται απλώς απέναντι από το αντικείμενό της· σε κάποιες στιγμές γίνεται επικίνδυνα όμοια μαζί του και ακριβώς αυτή η αντίφαση την κάνει ενδιαφέρουσα. Το πραγματικό ερώτημα του Ink δεν είναι μόνο πώς γεννήθηκε ένας νέος τρόπος να αντιλαμβανόμαστε και να παράγουμε τις ειδήσεις, αλλά και πόσο εύκολα μπορούμε κι εμείς να παρασυρθούμε από την ίδια δίψα για όλο και πιο δυνατές, πιο σοκαριστικές ιστορίες.
]]>Tο 1949 ο διάσημος Γερμανός μυθιστοριογράφος και νομπελίστας Τόμας Μαν ο οποίος διέφυγε από τους Ναζί πριν από τον πόλεμο για να εξοριστεί στην Καλιφόρνια και να αποκτήσει την αμερικανική υπηκοότητα – έχει επιστρέψει στην πατρίδα του, επισκεπτόμενος πρώτα τη Φρανκφούρτη (τώρα στη Δυτική Γερμανία) για να παραλάβει ένα βραβείο που φέρει το όνομά του από τον Γκαίτε. Μαζί του η ενήλικη κόρη του Έρικα, η οποία κρατάει στους ώμους της και το οικογενειακό δράμα.
Ποιος είναι ο ρόλος ενός ανθρώπου που προτάσσει την τέχνη και τον πολιτισμό σε μία τέτοια κατάσταση; Τι ρόλο παίζει η οικογένεια και τελικά η λεγόμενη πατρίδα; Μετά από ένα ζοφερά ποιητικό εναρκτήριο πεντάλεπτο τηλεφωνικού διαλόγου, η ΠΑΤΡΙΔΑ του Πάβελ Παβλικόφσκι γίνεται ένα συναρτπαστικό στυλιστικά αλλά και με ουσία road trip με πατέρα και κόρη, στη κατεστραμμένη Γερμανία και με καταλύτες έναν αδελφό που τον αναμένουν αλλά ποτέ δεν έρχεται, μία μητέρα σε μία κακή τηλεφωνική γραμμή και έναν πρώην σύζυγο της κόρης ο οποίος χαστουκίζεται από την Έρικα, μία συγκλονιστικά εσωτερική Σάντρα Χούλερ. Όλα στην ταινία του Παβλικόφσκι και στο σενάριο του ίδιου κραυγάζουν για βοήθεια και μία σταθερότητα η οποία ποτέ δεν έρχεται.
Φωτογραφημένο από τον δύο φορές υποψήφιο για Όσκαρ Λούκας Ζαλ, φωτογράφο της Πολωνικής σχολής που εδώ ολοκληρώνει ότι ξεκίνησε με το IDA και τον ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ, εφόσον η φωτογραφία του είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ιστορίας που δείχνει να διψάει για φως μέσα στα σκοτάδια. Η σεναριακή και κινηματογραφική οικονομία του Παβλικόφσκι προκαλεί θαυμασμό διότι στα 82 λεπτά καταφέρνει να μεταδώσει την ιστορία της χωρισμένης πλέον Γερμανίας, πραγματικά γεγονότα στα οποία η τέχνη ήρθε αντιμέτωπη με το Ναζιστικό καθεστώς ( ο γιος είναι ο συγγραφέας του ΜΕΦΙΣΤΟ), τα εγγόνι του Βάγκνερ που ζητάνε στήριξη από τον συγγραφέα ο οποίος αρνείται κατηγορηματικά, την ανησυχία της κόρης του συγγραφέα, μία οικογενειακή τραγωδία και στο φινάλε το βάρος που κουβαλάει ο χαρακτήρας του Τόμας Μαν που ο ίδιος καλείται να επιλέξει ποια είναι η πατρίδα του πλέον. To φινάλε προσπαθεί να δώσει μία νότα απαλλαγής, με την μουσική υπόκρουση του Μαρτιν Μαζέσκι στην σκηνή των χεριών πατέρα-κόρης.
Ταινία μνήμης και γεγονότων, τέχνης, ευθύνης, πολιτικής και οικογενειακού δράματος, η ΠΑΤΡΙΔΑ του Πάβελ Παβλικόφσκι είναι μία συναρπαστική ταινία ομορφιάς και συναισθηματικής εμπλοκής που προορίζεται να επανέρχεται συχνά πυκνά στην μνήμη του θεατή, και αποτελεί την κορυφή του Ευρωπαϊκού σινεμά για την φετινή χρονιά. Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών.
Η ταινία κυκλοφορεί 3 Σεπτεμβρίου σε διανομή Spentzos Film
Συντετριμμένη από τον θάνατο της αδελφής της, Χάντερ, μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, η Τζαξ έρχεται σε επαφή με την Λους, μία επίσης θαρραλέα φιλη της Χάντερ. Προκειμένου να επουλώσουν τις διαφορετικές πληγές τους η καθεμία και να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους, θα ακολουθήσουν την επόμενη προγραμματισμένη περιπέτεια της Χάντερ σύμφωνα με το ημερολόγιο της, που είναι μία άκρως επικίνδυνη ανάβαση στο Όρος Κουάν της Ταιλάνδης. Φυσικά όλα θα πάνε στραβά…
Συνέχεια της ΠΤΩΣΗΣ του 2022, ένα άκρως επιτυχημένο γεμάτο υψοφοβία φιλμ, με προσοχή στην λεπτομέρεια, η καινούργια ταινία-με αλλαγή σκηνοθέτη στην καρέκλα-δανείζεται μόνο την ιδέα και την αφορμή προκειμένου να παραδώσει μία εντελώς κλισέ ταινία, αφήνοντας εκτός όλα τα καλά στοιχεία της πρώτης για να προσθέσει αχρείαστα δεκανίκια, όπως τον χαρακτήρα του οδηγού ο οποίος εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος, σε υποτιθέμενες πληγές του παρελθόντος που βασανίζουν τις δύο ηρωίδες και σε ανατροπές που δεν είναι ανατροπές αλλά αδιάφορα κλισέ.
Υπάρχουν στο έργο μία δύο σκηνές που λειτουργούν ως προς τον κίνδυνο και την υψοφοβία αλλά στο σύνολο του ως περιπέτεια δεν λειτουργεί ικανοποιητικά εφόσον την σκυτάλη παίρνει από ένα σημείο και μετά η αναληθοφάνεια κάτι που με μαεστρία απέφευγε η πρώτη ταινία, αργεί να ξεκινήσει την δράση του αλλά και με το που την ξεκινάει γρήγορα ο θεατής αντιλαμβάνεται το σενάριο της ταινίας να τον περιπαίζει.
Υποσχόμενο αλλά γρήγορα ξεφουσκώνει και γίνεται κλισέ συνηθισμένη περιπέτεια επιβίωσης, στην ΠΤΩΣΗ 2 δεν φοβηθήκαμε ούτε λεπτό, δεν μας έπεισαν οι χαρακτήρες, δεν νοιώσαμε υψοφοβία, ούτε καν ζαλιστήκαμε. Ας ελπίσουμε στην τρίτη ταινία όλα να φτιάξουν. Σιγά το όρος Κουάν.
Η ταινία κυκλοφορεί 3 Σεπτεμβρίου σε διανομή The Film Group
Σε μία μικρή πόλη της Αμερικής το 1982 ο Γκρεγκ και η Ντενίζ Πλατ ζουν με τα δύο παιδιά τους αν και ο γάμος τους δεν βρίσκεται στα καλύτερα του. Διάφορα περίεργα γεγονότα, όπως η εμφάνιση ενός προϊστορικού φυτού στον κήπο μίας γειτόνισσας, ένα τεράστιο βουνό από ακαθαρσίες και κάποιες περίεργες λάμψεις θα σηματοδοτήσουν την αρχή μίας περίεργης περιπέτειας με ολόκληρη την πόλη να μεταφέρεται στην προϊστορική περίοδο με τους δεινόσαυρους και όλο το ζωικό βασίλειο εκείνης της εποχής να απειλεί τους κατοίκους και την ίδια την οικογένεια να προσπαθεί να επιβιώσει.
Σε σκηνοθεσία του Ντέηβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ και σε παραγωγή του Τζέι Τζέι Αμπραμς το ΤΕΛΟς ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΟΟΥΚ είναι μία οικογενειακή περιπέτεια που θέλει να πατήσει στην ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 80 και στις ταινίες της εποχής, συνδυάζοντας την συνταγή του Τζουράσικ Παρκ με την περιπέτεια επιβίωσης σε μία πόλη με λίγους κατοίκους και μία οικογένεια υπό διάλυση να προσπαθεί να μείνει ενωμένη παρά τις διαφορές του ζευγαριού. Όλα ξεκινάνε διασκεδαστικά στην αρχή αλλά γρήγορα όλη η ταινία μετατρέπεται σε ένα γρήγορο παιχνίδι επιβίωσης όπου τίποτα δεν εξηγείται, όλα απλά συμβαίνουν χωρίς να προκαλούν στον θεατή καμία αίσθηση κινδύνου, καμία συμπάθεια προς τους χαρακτήρες, αμήχανες σκηνές όπως αυτή του ζευγαρώματος των δεινοσαύρων και μία εξήγηση γραμμένη στο πόδι που οδηγεί σε ένα φινάλε πιο αδιάφορο και από την ίδια την ταινία.
Η Αν Χάθαγουει δείχνει τελικά να μπορεί και στο είδος της περιπέτειας κάτι που δεν μπορούμε να πούμε για τον ρόλο του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, τα εφέ είναι ικανοποιητικά και εντελώς αληθοφανή, η μουσική του Μάικλ Γκατσίνο είναι πολύ ωραία και δίνει πόντους ατμόσφαιρας, η αποτύπωση των 80s θα μπορούσε να γίνει και καλύτερα, από τα κοστούμια μέχρι και το production design και σε γενικό πλαίσιο η ταινία μοιάζει σαν μία παραγγελία που έπρεπε να υλοποιηθεί χωρίς καμία προσπάθεια έμπνευσης και αναζήτησης νέων ιδεών.
Περιπέτεια μικρού βεληνεκούς, του λείπει η έμπνευση, παρακολουθείται χωρίς δυσκολία αλλά ξεχνιέται στο επόμενο μισάωρο, ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΟΟΥΚ προσπαθεί να διασκεδάσει, να τρομάξει και να δημιουργήσει μία νοσταλγία, αλλά ποιος ο λόγος όταν το κάνει τόσο διεκπεραιωτικά χωρίς να έχει πάρει τα μαθήματα από τους προκατόχους του;
Η ταινία κυκλοφορεί 27 Αυγούστου σε διανομή TANWEER
Νεαρή ανεξάρτητη queer σκηνοθέτιδα που είχε βραβευτεί στο Σάντανς για μία ταινία επηρεασμένη από το ΨΥΧΩ αλλά από την οπτική της…κουρτίνας του ντουζ, προσλαμβάνεται για να ”αναστήσει” το franchise των slasher ταινιών CAMP MIASMA, το οποίο την είχε σημαδέψει όταν το είδε μικρή. Ξεκινάει ένα ταξίδι για να συναντήσει και να πείσει το final girl της πρώτης ταινίας, η οποία κατοικεί απομονωμένη στο μέρος όπου γυρίστηκε το πρώτο έργο. Μήπως όμως ο δολοφόνος της ταινίας LITTLE DEATH καραδοκεί μέχρι σήμερα και στην πραγματικότητα;
Σε σκηνοθεσία του Τζέιν Σένμπρουν (προσδιορίζεται ως ουδέτερο ακόμα και στο δελτίο τύπου που λάβαμε) που πριν δύο χρόνια είχε κάνει ένα φεστιβαλικό ενοχλητικό Ι SAW THE TV GLOW, το TEENAGE SEX AND DEATH AT CAMP MIASMA, τολμάει να βάλει χέρι στο είδος των slasher ταινιών της δεκαετίας του 80, εκμεταλλευόμενο την ρετρό αισθητική και τους κανόνες του είδους που άνθισε στα video clubs (εξού και η εμμονή με τα vhs στους ωραίους τίτλους αρχής), μόνο που όλα γίνονται τόσο επί τούτου και χωρίς καμμία λογική συνοχή, σε σημείο που το τι είναι φαντασία και το τι πραγματικότητα καταντάει σπαζοκεφαλιά για τον θεατή που εμπλέκεται σε ένα χάος ιδεών και ενοχλητικών queer πολίτικαλ κορέκτ ιδεών, με αποτέλεσμα να μιλάμε για την πιο υπερεκτιμημένη από hype ταινία που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια.
Το Τζέιν Σένπρουν ως σκηνοθέτης δείχνει να έχει γοητευτεί από τις ταινίες της σειράς ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13 (τα δανεικά κεφάλαια είναι άπειρα, από σκηνές στην λίμνη μέχρι και το πως δημιουργήθηκε ο δολοφόνος) μόνο που αυτά τα δανεικά, δείχνει να τα έχει κατανοήσει από μία διαστρεβλωμένη οπτική, σαν να θέλει να εκδικηθεί το Χόλιγουντ με τα ίδια του τα όπλα, όπως ξεστομίζει κάποια στιγμή και η πρωταγωνίστρια της ταινίας. Θέλοντας να κάνει ένα meta slasher έργο (η ίδια το χαρακτηρίζει σαν ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ συναντάει το ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13 λες και αυτό είναι υπέρ) καταλήγει να κάνει μία παρωδία μπλέκοντας σε λεσβιακό κακό ρομάντζο την Γκίλιαν Άντερσον, η οποία αποτελεί την μοναδική κινηματογραφική αχτίδα φωτός σε ερμηνεία εμπνευσμένη από την Νόρμα Ντέσμοντ του SUNSET BOULEVARD ( το αναφέρουν και απροκάλυπτα στην ταινία), φόνοι και αποκεφαλισμοί με πίδακες αίματος που προκαλούν γέλιο, ένας δολοφόνος με κινήσεις Καράτε Κιντ και έναν αγωγό εξαερισμού στο κεφάλι και στο τέλος ένα αιδοίο που γεννάει σε βιντεοκασέτα την νέα ταινία.
Φεστιβαλική ανοησία που τολμάει να εκμεταλλευτεί την 80s slasher βιντεοκασέτα, χωρίς να την έχει μελετήσει αλλά για να φανεί ως κάτι καινούργιο και πρωτοποριακό, δανείζεται στοιχεία και τα δηλητηριάζει με την ανικανότητα δημιουργίας ενός σεναρίου που βγάζει νόημα, το ΣΕΞ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΣΤΟ ΚΛΑΜΠ ΜΙΑΣΜΑ, βραβευμένο με queer Φοίνικα στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών, διασώζεται για την παρουσία της Γκίλιαν Άντερσον που κάνει ότι μπορεί σε έναν περιορισμένο πληροφοριακά ρόλο και όλο το υπόλοιπο είναι για γέλια ή για κλάματα. Προτιμήστε το ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ 13 Νο 5 ΛΟΥΤΡΟ ΑΙΜΑΤΟΣ. Σε αυθεντική βιντεοκασέτα και όχι σε….κακή κόπια.
Η ταινία κυκλοφορεί 27 Αυγούστου σε διανομή Weirdwave
Η ΡΙΒΙΕΡΑ για τρίτη χρονιά συνεχίζει το καθιερωμένο πλέον αφιέρωμά της σε ταινίες από την
τέως Σοβιετική Ένωση, προσφέροντας στους Αθηναίους σινεφίλ μια απολαυστική μετάβαση
από το Καλοκαίρι στο Φθινόπωρο.
Φέτος, η εβδομάδα με τον γενικό τίτλο BACK IN THE USSR περιλαμβάνει
Ταρκόφσκι στο Στάλκερ, παρουσιάζει το 1986 το δικό του ντεμπούτο, ένα μετα-
αποκαλυπτικό sci fi σε μια Γη ρημαγμένη από έναν πυρηνικό πόλεμο, μια κραυγή προς
τον αφοπλισμό και την παγκόσμια ειρήνη. Ένα από τα καλύτερα sci fi
ανατολικοευρωπαϊκής προέλευσης όλων των εποχών.
Το πρόγραμμα προβολών έχει ως εξής:
ΠΕΜΠΤΗ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
20.30 ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
22.30 ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΒΑΝ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
20.30 ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
23.00 ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΝΕΚΡΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΣΑΒΒΑΤΟ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
20.30 ΣΤΑΛΚΕΡ
ΚΥΡΙΑΚΗ 30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
20.30 ΣΟΛΑΡΙΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
20.30 ΑΝΤΡΕΪ ΡΟΥΜΠΛΙΟΦ
ΤΡΙΤΗ 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
20.30 ΕΛΑ ΝΑ ΔΕΙΣ
ΤΕΤΑΡΤΗ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ
20.30 Η ΑΝΟΔΟΣ
23.00 ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ – ΣΙΝΕΜΑ ΣΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ